"Μη φοβάσαι"
Τα χέρια της δεν είναι πια χέρια.
Είναι σωσίβια από σάρκα, σφιγμένα γύρω από μια μικρή ανάσα που τρέμει. «Μη φοβάσαι», του ψιθυρίζει, κι ας έχει το στόμα της τη γεύση του θανάτου, κι ας είναι το νερό ένας τοίχος που δεν μπορείς να ανέβεις.
Το παιδί κοιτάζει το σκοτάδι και νομίζει οτι είναι το μαύρο πανί μιας κούνιας. Δεν ξέρει πως τα παπούτσια του, τα μικρά, τα λασπωμένα, έγιναν ξαφνικά πολύ βαριά για να περπατήσουν στο κύμα. Δεν ξέρει πως η θάλασσα δεν είναι παιχνίδι, αλλά μια απέραντη, υγρή λήθη.
Εκεί, στο βυθό, τα παραμύθια δεν έχουν πρίγκιπες. Έχουν μόνο μητέρες που αρνούνται να αφήσουν το χέρι, ακόμα κι όταν το κρύο παγώνει το αίμα, ακόμα κι όταν το φως του ήλιου γίνεται μια μακρινή, θολή ανάμνηση.
Πλέουν τώρα σε έναν κήπο από αλάτι. Τα παιδιά κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά, ψάχνοντας ακόμα την ακτή που τους υποσχέθηκαν, κι οι μητέρες τα νανουρίζουν με τη σιωπή των ναυαγίων.
Δεν είναι αριθμοί στις ειδήσεις. Είναι η αγκαλιά που δεν έφτασε ποτέ, είναι το φιλί που πνίγηκε πριν στεγνώσει, είναι η ντροπή του κόσμου, που ξεπλένεται κάθε πρωί στις αμμουδιές μα δεν καθαρίζει ποτέ.
Νίκος Σηφάκης


