Πρόσφατα Νέα

Γιατί η Κιτσοπούλου είναι μια βόμβα του θεάτρου μας

Αυτή τη φορά εξερράγη στο κέντρο της Επιδαύρου, στρεφόμενη σχεδόν κατά παντός: του Εθνικού που της πρόσφερε δουλειά, των θεατών που την τίμησαν με την παρουσία τους, των συντελεστών με τους οποίους συνεργάστηκε, των κριτικών και τελικά του ίδιου του εαυτού της.


Δεν χρειάστηκε τελικά να περιμένουμε τη «Μήδεια» του Κάστορφ το επόμενο διήμερο στην Αργολίδα για να νιώσουμε τα διλήμματα που έχουν να αντιμετωπίσουν γενικά το θέατρο, η Επίδαυρος και η εποχή μας. Μας πρόλαβε η Λένα Κιτσοπούλου. Που πήρε τις «Σφήκες» του Αριστοφάνη και τους άλλαξε τα φώτα, επαληθεύοντας τελικά και τον δικό της ρόλο σε αυτά.

Η Κιτσοπούλου είναι μια βόμβα του θεάτρου μας - όπου τη βάζεις, εκρήγνυται. Κάποιες φορές η έκρηξη γίνεται σε χώρους που διαθέτουν μέτρα προστασίας ή, έστω, αφορά τους λίγους που τους αρέσει ή έχουν συνηθίσει τους θορύβους της. Αυτή τη φορά εξερράγη στο κέντρο της Επιδαύρου. Ενώπιον ενός κοινού που και δεν ήξερε και δεν ρώταγε, στρεφόμενη σχεδόν κατά παντός: του Εθνικού, που της πρόσφερε δουλειά, των θεατών, που την τίμησαν με την παρουσία τους, των συντελεστών, που δέχτηκαν να συνεργαστούν, τέλος, των κριτικών (καλή ώρα), που την υποδέχτηκαν. Τελικά και του ίδιου του εαυτού της, που για ακόμη μια φορά έφτασε να δέχεται πυρά από όλες τις μεριές, ακόμα κι αν στο τέλος της παράστασης είδαμε ό,τι περιμέναμε: ένα φανατικό κοινό γύρω από την καλλιτέχνιδα να την επευφημεί σε κάθε της πια εκδήλωση. Και ένα άλλο να την αποδοκιμάζει ούτως ή άλλως, είτε την έχει δει, είτε όχι…

Νιώθω και το ένα και το άλλο. Η Κιτσοπούλου μοιάζει αναιδής, θεομπαίχτρα, αλαζόνας και απίστευτα αντιφατική. Αλλά είναι και πραγματική καλλιτέχνιδα, παραδεχτείτε το. Τότε είναι που μας κάνει να απορούμε μαζί της, όταν την καταλαμβάνει ο δαίμονάς της… Δείτε, ας πούμε, τι συνέβη με τις «Σφήκες» του Αριστοφάνη (; ). Αν είχαμε δει μόνο την πρώτη μισή ώρα από αυτές, θα μιλούσαμε τώρα για μια ωραία διασκευή, με μπρίο, φρεσκάδα και καλές ιδέες. Κι όμως κατέληξαν στις «Σφήκες» της Κιτσοπούλου, όμοια όπως παλιότερα συνέβη και με την «Αντιγόνη» και τον «Φρανκενστάιν» - κι ας ήταν τότε στη Στέγη.

Γιατί όπως πάντα ξύπνησε καταμεσής της σκηνοθεσίας ο αναρχίζων εαυτός της Κιτσοπούλου. Και με το άγχος του («μήπως φανεί σε κάποιους πως κάνω τέχνη...») πετάει κάτω την καρδάρα και αρχίζει να πετά προς το κοινό τις «μολότοφ» του, τις παρασκευασμένες με τα υλικά της πλέον αμετροεπούς, βίαιης, προσβλητικής, αγοραίας σάτιρας. Μην τα βλέπετε αυτά για ελαττώματα. Για την Κιτσοπούλου αποτελούν αρετές. Εξάλλου, θα σας έλεγε η ίδια, δεν είναι ακριβώς δικά της. Στην πραγματικότητα δεν κάνει άλλο από το να μεταφέρει στη σκηνή υλικά τής γύρω πραγματικότητας: τον ίδιο ανοικονόμητο, αμετροεπή και βίαιο λόγο ζούμε κάθε μέρα, θα σας έλεγε, εκπορευόμενο μάλιστα από διάφορα κέντρα εξουσίας και περίοπτα συστήματα ελέγχου. Η σάτιρά της αποσκοπεί στο να μας τρίψει στα μούτρα τον εαυτό που έχουμε αποδεχθεί στην υπόλοιπη, εκτός «τέχνης», ζωή μας.

Αυτή είναι η Κιτσοπούλου. Τη δέχεσαι ή την αρνείσαι, πάντως δεν μπορείς να τη διαγράψεις. Το ότι τώρα τη βάλαμε να μας το πει κατάμουτρα στην Επίδαυρο (ένα από τα κέντρα των εθνικών ψευδαισθήσεων) και μάλιστα από το βήμα των δύο κρατικών θεάτρων, κάνει τα πράγματα ασφαλώς δυσκολότερα. Στο έργο του Αριστοφάνη η Κιτσοπούλου κατανόησε ότι στο τότε και στο τώρα ο θεσμός της δημοκρατίας, της ελεύθερης έκφρασης, του δημόσιου διαλόγου έχουν εκπέσει σε ένα αλληλοφάγωμα υπερφίαλων και άπληστων «εγώ», καθένα από τα οποία σέρνει τις βαριές αλυσίδες της προκατάληψης και της μισαλλοδοξίας.

Αν ψάχνετε να βρείτε τον πιο κυνικό και απαισιόδοξο πολίτη για το μέλλον μιας πολιτείας που έχει για σύμβολό της την μπασκέτα (σκηνικά της Μαγδαληνής Αυγερινού), μόλις τον βρήκατε. Ο δικομανής Φιλοκλέων (Θοδωρής Σκυφτούλης) είναι για την Κιτσοπούλου ο αόρατος και πανταχού παρών σημερινός κατήγορος των πάντων, ο αμαθής, βιτριολικός και τελικά ελλειμματικός «πολίτης», που περνάει τον καιρό του καταδικάζοντας τα πάντα, φέροντας άποψη (εχθρική) για όλους, εκμηδενίζοντας τον καθένα. Η περίπτωσή του έρχεται και δένει με τον γνωστό τύπο του «ελληναρά» -τον οποίο, θυμίζω, η Κιτσοπούλου έφερε στη σκηνή μας με καθοριστικό τρόπο-, απόλυτα προσδιορισμένου ανάμεσά μας και πολιτικά πλέον.

pireastime sfhkes kitsopoulou1

Νοοτροπία

Και να τι κάνει με αυτόν: Δεν τον παρουσιάζει, δεν επεξεργάζεται και δεν μετατρέπει το πρόσωπό του σε «τύπο». Τον ανεβάζει στη σκηνή ως έχει, κρατώντας ατόφιο τον λόγο, τη συμπεριφορά και τη νοοτροπία του. Θα πέσουμε στην παγίδα; Ή θα καταλάβουμε ότι αυτό που βλέπουμε στον ήρωα των «Σφηκών» είναι το πρόσωπό μας; Αλλωστε… μήπως σε πολλά από όσα λέει δεν έχει δίκιο;… Μήπως οι «χοντροί» δεν είναι χοντροί;… Και μήπως θα πρέπει να ανεχθούμε τον γάμο των ομοφυλοφίλων;… Γιατί;… Μήπως είναι ψέματα πως «μαύρισε» η Κυψέλη μας τα τελευταία χρόνια;… Είναι δύσκολο να δεις το πρόσωπο του τέρατος όταν του μοιάζεις.

Σε αυτά προσθέστε κάτι ακόμη. Η Κιτσοπούλου έχει μια πολύ δική της αίσθηση του χιούμορ. Επιτηδεύεται με το να φέρνει τη σάτιρα στο πιο χαμηλό επίπεδο (ναι, σχετίζεται με τους κώδικες του Σεφερλή, μην εκπλήσσεστε), να κάνει χοντρή πλάκα και σαχλά χωρατά.

Χρησιμοποιεί πολύ τους λαϊκούς και φαρσικούς τρόπους, ευχαριστιέται να κυλιέται πάνω τους, καταλήγοντας σε κάτι που έχει χαρακτηριστεί μεταμοντέρνα σάτιρα.

Θέλει όμως μέσα από τη λάσπη να προβάλλουν οι λίγες εικόνες άγριας ποίησης που της απομένουν. Ας τις δούμε: Μια κοπέλα (Νεφέλη Μαϊστράλη) κυκλοφορεί ζητώντας βοήθεια, την ώρα που τρεις νέοι έχουν εγκλωβιστεί στα «προοδευτικά» σλίπινγκ-μπαγκ τους (Πάνος Παπαδόπουλος, Νίκος Κουσούλης, Αλέξης Κωτσόπουλος) κι εμείς βλέπουμε (και το σχολιάζουμε…) μόνο το σώμα και όχι το πρόσωπό της - μια από τις δυνατότερες εικόνες του θεάτρου μας τα τελευταία χρόνια. Η ίδια φωνάζει αργότερα από το πίσω μέρος της ορχήστρας πως τη βίασαν αστυνομικοί (Σωτήρης Μανίκας, Κωνσταντίνος Πλεμμένος), κι όμως εμείς δυσανασχετούμε με το τι θα γίνει με τον Αριστοφάνη που βλέπουμε… Αργότερα ένας γέροντας (Δημήτρης Ναζίρης) εκπροσωπεί ολόκληρο τον Χορό των Σφηκών - γιατί, αλήθεια, πώς να μεταφερθεί σήμερα η ιδέα να βάλεις σφήκες να λειτουργούν σαν ομάδα; Ή, τέλος, μια σταρ ψηφίζει (η ίδια η συγγραφέας), πετώντας εκτός παραβάν το αμπιγέ φόρεμα της. Κάποια στιγμή θα καταφτάσει ένας τεράστιος γορίλας επιχειρώντας να παραβιάσει κι αυτός την κάλπη… Αυτά δεν πρέπει να περάσουν ασχολίαστα. Είναι κεντριά στο σώμα της δημοκρατίας μας, που θα ήθελαν να δράσουν θεραπευτικά.

Δυστυχώς όμως υπάρχουν προβλήματα που είναι και αυτά μεγάλα. Ενα πρώτο είναι η φανερή ανικανότητα ή αδιαφορία της σκηνοθέτριας να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού με μια συνεπέστερη δραματουργία. Η παράσταση είχε πολλά κενά, έχανε τον ρυθμό, παραπατούσε και τρίκλιζε σαν μεθυσμένη. Ενας άλλος λόγος για τις αντιδράσεις προήλθε ασφαλώς από το γεγονός ότι κάποιες από τις εμπνεύσεις δεν ήταν διόλου επιτυχημένες: Το επεισόδιο με τον τουρίστα είναι εντελώς ατυχές. Εκείνο με την τρομερή μάνα και τον γιο της μοιάζει να το παρατραβά (Ιωάννα Μαυρέα και Στέφανος Πήττας). Το νούμερο με τον «χοντρό» (Θάνος Μπίρκος) παραμένει προσβλητικό για τους εύσωμους. Για να μη σχολιάσω την εμφάνιση του γκέι ζευγαριού (Γιάννης Κότσυφας, Νικόλας Μαραγκόπουλος) που αφήνει με την αδεξιότητά της πολλά ερωτηματικά. Η ερμηνεία του Νίκου Καραθάνου χαρίζει πιθανόν βαρύτητα στην παρουσία του αταύτιστου στο έργο «σεφ» της τυπικής αριστοφανικής ευωχίας του τέλους, όμως κι αυτή διαλύεται στη συνέχεια. Η δε τελική παρλάτα της συγγραφέα είναι από μόνη της άνω ποταμών: θα ήταν καλό να θυμάται πως κι αν η ίδια έχει για πρότυπο τον Καζαντζίδη, δεν ήταν ούτε θα γίνει ποτέ «λαϊκό ίνδαλμα». Είναι γέννημα-θρέμμα του αστικού θεάτρου, είδωλο μιας μάλλον ελιτίστικης πτέρυγάς του, που τη δέχτηκε και την υποστήριξε σαν το εκκεντρικό, τρομερό παιδί της. Αποτελεί γι’ αυτό σάρκα εκ της σαρκός του θεατρικού συστήματος αλλά και της κριτικής ως αναπόσπαστου μέρους του.

Σάτιρα

Πίσω τελικά από όλα εμφανίζεται (ή επιβεβαιώνεται) ένα χαρακτηριστικό της Κιτσοπούλου που νομίζω αφορά τη σάτιρα εν γένει: είναι η αλαζονεία. Κι είναι τελικά αυτό που γεννά τις αντιδράσεις που ταρακούνησαν προχθές το αργολικό θέατρο.

Οσο για τον δόλιο Αριστοφάνη, δεν τίθεται, είπαμε, λόγος – κι είναι να απορείς γιατί κουράστηκαν να καταθέσουν μια νέα μετάφραση της κωμωδίας (Στέλιος Χρονόπουλος) και να συνθέσουν γύρω από την παράσταση ένα ενημερωτικό πρόγραμμα. Τώρα, για το αν έπρεπε ή όχι να παρουσιαστεί από το Εθνικό και το ΚΒΘΕ στην Επίδαυρο; Εχω την εντύπωση πως μόλις είδαμε την ακραία συνέπεια μιας καθ’ όλα ορθής απόφασης. Το να επιβληθεί ένας είδος λογοκρισίας σίγουρα δεν θα βοηθούσε – μην το ξεχνάμε, το Φεστιβάλ είναι, πριν από δράμα και θέατρο, χώρος έκφρασης ιδεών. Και από την άλλη σκεφτείτε πως η Κιτσοπούλου βρίσκεται ανάμεσα στην περσινή ελευθεριάζουσα «Μήδεια» του Μποστ και σε εκείνη την πλήρως αποδομημένη του Κάστορφ που ακολουθεί. Αν ξεκινήσεις απορρίπτοντας αυτήν, πού θα καταλήξεις;

Γυρίστε τέλος τα μάτια γύρω σας και βάλτε με τον νου σας. Αν απαγορεύσετε σε κάποιον καλλιτέχνη να παίξει στην Επίδαυρο, ποιοι θα βρεθούν εκείνη τη στιγμή δίπλα σας; Πιθανόν οι λύκοι.

Γρηγόρης Ιωαννίδης
efsyn.gr

Pin It

Ροή ειδήσεων

We use cookies

We use cookies on our website. Some of them are essential for the operation of the site, while others help us to improve this site and the user experience (tracking cookies). You can decide for yourself whether you want to allow cookies or not. Please note that if you reject them, you may not be able to use all the functionalities of the site.