Πρόσφατα Νέα

Εκλογές 21ης Μαΐου - Πως χτίστηκε το αποτέλεσμα- Τεχνητή νοημοσύνη και social media

Πού μας οδήγησε η έρευνα:

  • Στην κοινή διαπίστωση τριών επιστημόνων ότι η πραγματικότητα και τα social media είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι 
  • Αντώνης Γαλανόπουλος (Πολιτικός Επιστήμων): Τα Social Media αντανακλούν την κοινωνία: Ένα σαφέστατο ψέμα!
  • Γιώργος Κυρίτσης (Επιστήμων στη Μηχανική Μάθηση): Η νέαπραγματικότητα διαμορφώνει ένα τέλειο περιβάλλον για χειραγώγηση από τα πολιτικά κόμματα
  • Πέτρος Ιωαννίδης (Πολιτικός Αναλυτής, «Aboutpeople»): «Κινούμενοι μέσα σε πρόσωπα και πράγματα της δικής μας «φυλής» στα social media, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι πραγματικά συμβαίνει έξω απ’ αυτήν. Αφουγκραζόμαστε μέρος της πραγματικότητας κι όχι το σύνολο της»

Μας είπαν ακόμα οι επιστήμονες:

  • «Η προσπάθεια να μην δημιουργήσουνε μόνο ένα καταναλωτικό προφίλ στα social media, αλλά ένα πολιτικό ιδεολογικό προφίλ, καθίσταται επικίνδυνη».
  • «Τα κόμματα μέσω των αλγορίθμων τεχνητής νοημοσύνης μπορούν να εισβάλουν αποτελεσματικά στα social media για άντληση ψηφοφόρων».
  • «Τα μοντέλα και οι παλιές στατιστικές μέθοδοι για την πρόβλεψη των ποσοστών των κομμάτων, δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν στην σύγχρονη κοινωνία»
  • «Λόγω των αλγόριθμων, μάλλον σκεφτόμαστε όλο και λιγότερο, με συνέπεια να χειραγωγούμαστε όλο και περισσότερο» 

Των Βασίλη Γαλούπη και Πάνου Κατσαχνιά

Ο Μορφέας έδωσε την επιλογή στον «Εκλεκτό» να επιλέξει το «Μπλε χάπι» ή το «Κόκκινο χάπι». Αν έπαιρνε το πρώτο, ο Νίο θα ξεχνούσε τα πάντα, θα επέστρεφε στο «Matrix» και θα συνέχιζε τη ζωή του σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα. Αν όμως επέλεγε το δεύτερο, τότε θ’ αφυπνιζόταν. Με το τίμημα της αφύπνισης όμως να είναι μεγάλο, αφού εκτός των άλλων, εάν επέλεγε το «Κόκκινο χάπι», ο Νίο δεν θα μπορούσε να επιστρέψει ποτέ στην προηγούμενη του κατάσταση, αν άλλαζε γνώμη.

Σε αντίθεση όμως με την ιστορία που αφηγείται η ταινία «Matrix» του 1999, η ελληνική πραγματικότητα του 2023 δεν φαίνεται να έχει happy end… Με αφορμή το εκλογικό αποτέλεσμα της 21ης Μαΐου φανερώθηκε η ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων εκλογικών σωμάτων. Παράλληλοι κόσμοι, δηλαδή, που ως τέτοιοι δεν έρχονται ποτέ σε επαφή.

Οι «φούσκες» των social media και ο πολιτικός τους μικρόκοσμος, είναι ακριβώς εκείνα τα οικοσυστήματα που κάνουν τους χρήστες να αισθάνονται άνετα με ένα αφήγημα ή με κάτι που πιστεύουν, θεωρώντας ότι αυτό είναι πλειοψηφικό ρεύμα και έξω στην κοινωνία.

Οι Data Journalists απευθύνθηκαν σε ειδικούς της τεχνητής νοημοσύνης και των social media προκειμένου να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τι ακριβώς συνέβη στις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές, με τα αποτελέσματα – έκπληξη που αιφνιδίασαν ακόμα και τους πιο έμπειρους δημοσκόπους, όπως, βέβαια, και τα κόμματα.

Κάτω από τα social media «κρύβεται» η πραγματικότητα

Θα περίμενε κανείς ότι τα κομματικά επιτελεία θα μπορούσαν να διαβάσουν εγκαίρως την πραγματική εικόνα, πέρα από εκείνες που παρουσιάζουν τα social media. Όπως για παράδειγμα ότι πολλοί νέοι στράφηκαν στα μικρά κόμματα. Ή ότι το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ ουδέποτε αντιλήφθηκε πως έχανε το ένα τρίτο των ψηφοφόρων του, απόδειξη ότι δεν είχε πραγματική «γείωση» με την κοινωνία.  Τι στα αλήθεια συνέβη στις εκλογές της 21ης Μαϊου;

«Στα social media σηκώνουν θόρυβο οι πιο «θυμωμένοι»» παρατηρεί ο Πολιτικός Αναλυτής Πέτρος Ιωαννίδης, κάνοντας λόγο για μια πλασματική εικόνα που δημιουργήθηκε. «Η κοινωνία είναι τελικά ανασφαλής, κι όχι θυμωμένη», συμπεραίνει.

Γεννιούνται σε έναν ψηφιακό κόσμο για να μεγαλώσουν στον πραγματικό

Η πραγματικότητα ως πολύπλοκο μωσαϊκό πολλών απόψεων, εμφανίζεται μόνο όταν βγαίνουμε στον υλικό κοινωνικό μας κόσμο. Ενώ οι ψηφιακές «φούσκες» διατηρούνται ως τέτοιες μόνο στα social media.

“Όσο πιο πολύ χρησιμοποιούμε τις εφαρμογές αυτές η προσωποποίηση αυτή φτάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό, μοιάζοντας ολοένα και περισσότερο στον εαυτό μας, με αποτέλεσμα να χτίζεται γύρω μας μια «φούσκα» μέσα στην οποία τελικά ο χρήστης κλειδώνεται χάνοντας την επαφή με το πραγματικό περιβάλλον», επισημαίνει ο Πολιτικός Επιστήμονας, Αντώνης Γαλανόπουλος.

«Τα social media έχουν την τάση να ομαδοποιούν τον κόσμο και να επηρεάζουν την κοινή γνώμη. Μπορούν εύκολα να το κάνουν. Νομίζω ότι τα μοντέλα και οι παλιές στατιστικές μέθοδοι για την πρόβλεψη των ποσοστών των κομμάτων δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν στην σύγχρονη κοινωνία», μάς λέει από την πλευρά του ο ειδικός στην τεχνητή νοημοσύνη Γιώργος Κυρίτσης και προσθέτει:

«Στα social media oι άνθρωποι έρχονται σε επαφή μόνο με το περιεχόμενο που επιβεβαιώνει τις σκέψεις τους. Οι άνθρωποι τείνουν να κάνουν ό,τι και ο άνθρωπος τον οποίο συμπαθούν. Γι’ αυτό και μπορούν να χειραγωγηθούν πιο εύκολα».

«Εκκλησία του Δήμου» Α.Ε.

Λειτουργώντας μέσα στις ψηφιακές «φούσκες», όντας απομονωμένοι και μέσα σ’ ένα φιλικό για τις απόψεις τους περιβάλλον, ξεχνώντας επίσης ότι το like δεν είναι ψήφος, οι χρήστες φαίνεται να μπερδεύουν το ψηφιακό περιβάλλον με εκείνο της αρχαίας «Εκκλησίας του Δήμου» ή της «Αγοράς». Ξεχνούν ότι στην πραγματικότητα αλληλοεπιδρούν σε ψηφιακές πλατφόρμες που ανήκουν σε ιδιωτικές εταιρίες- κολοσσούς. Οι οποίες και παίρνουν τις αποφάσεις για το ποιους παίζουν και ποιους όχι, όπως έγινε με τον Ντόναλντ Τραμπ και το Twitter, αλλά και τι περιεχόμενο παίζουν ή δεν παίζουν. Αναρτήσεις που κατεβαίνουν και χρήστες που μπλοκάρονται για χρονικό διάστημα, γιατί παραβιάζουν τους όρους και τους κανόνες της εταιρείας.

«Η αλληλουχία των αλγορίθμων τροφοδοτείται από τις επιλογές του κάθε χρήστη σε αυτό το περιβάλλον. Από το ποια σελίδα θα επισκεφτεί, πόσο χρόνο θα κάτσει σε αυτήν, πως θα αντιδράσει, θετικά ή αρνητικά, όλα αυτά είναι στοιχεία που τροφοδοτούν την αλληλεπίδραση με το σύστημα», δηλώνει ο κ. Γαλανόπουλος.

Οι εταιρείες αυτές και ενισχύουν το κλείσιμο του κάθε χρήστη στη φούσκα του και περιορίζουν το δικαίωμα λόγου του, αφού δεν πρόκειται για κάποιο δημόσιο χώρο διαλόγου, αλλά για ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι χρήστες χρησιμοποιούν δηλαδή τον χώρο που τους προσφέρει, αλλά την κυριότητα την κρατούν οι εταιρείες αυτές εσαεί. Ενώ παράλληλα, διατηρούν το δικαίωμα κάποιες απόψεις να τις πριμοδοτούν, ενώ κάποιες άλλες να τις κόβουν.

Τα fake news

Προς υπεράσπιση των social media έρχονται τουλάχιστον δύο επιχειρήματα: Ότι για τα μηνύματα των χρηστών δεν είναι υπεύθυνο το Μέσο Κοινωνικής Δικτύωσης που τα προβάλει και ότι τα fake news μεταδίδονται έξι φορές γρηγορότερα στο διαδίκτυο από τις αληθινές ειδήσεις. Την τελευταία αυτή «ιδιότητα» άλλωστε είναι που εκμεταλλεύονται και ομάδες απόψεων όπως αυτή της «επίπεδης γης» για να μεγαλώνουν το κοινό τους παγκοσμίως και κατ’ επέκταση τα έσοδά τους, αφού εισπράττουν χρήματα από τα views των βίντεο και των podcast που ανεβάζουν.

Το πρόβλημα είναι ότι τα fake news μπορούν να κατευθύνουν τους χρήστες στην μία ή στην άλλη κατεύθυνση κι αυτό γιατί είναι προσαρμοσμένα να μοιάζουν στο περιεχόμενο εκείνο που είναι αρεστό στον εκάστοτε χρήστη. Αν για παράδειγμα ο χρήστης τοποθετείται στη μια ή στην άλλη πλευρά του πολιτικού φάσματος, τότε θα πιστέψει οποιαδήποτε είδηση του επιβεβαιώνει την ορθότητα της τοποθέτησης του αυτής. Θα τη θεωρήσει αντικειμενική και όχι μόνο δεν θα προσπαθήσει να τη διασταυρώσει, αλλά ακριβώς επειδή τον βρίσκει σύμφωνο, θα την κοινοποιήσει (share) κιόλας διαδίδοντας την έτσι ακόμα περισσότερο. Κι εδώ δεν υπάρχει διάκριση Αριστεράς – Δεξιάς, αφού την πατάνε εξίσου και οι δύο.

Είμαστε όλοι δημοσιογράφοι

Tη λεγόμενη «διασταύρωση της είδησης» δεν κάνει ο ίδιος ο φορέας πριν τη δημοσίευση, αλλά καλείται να κάνει ο ίδιος ο χρήστης. Πράγμα που δεν γίνεται, μιας και ο κάθε χρήστης δεν μπορεί να μετατραπεί σε ερευνητή-δημοσιογράφο που τηρεί τις αρχές δεοντολογίας πριν από κάθε δημοσίευσή του. Όλα αυτά λειτουργούν ως βρόγχος ανατροφοδότησης ή κατά το κοινώς λεγόμενον: λούπα, στην οποία εμπλέκονται όλοι. Η πλατφόρμα, ο δημιουργός του περιεχομένου, ο καταναλωτής του και οι διαφημιζόμενοι. Και όλοι, εκτός από τον χρήστη ο οποίος απλά χάνει το χρόνο του, κερδίζουν χρήματα. «Εάν δεν πληρώνεις για το προϊόν, τότε είσαι ο ίδιος το προϊόν…». Οπότε στην περίπτωση αυτή, ο χρήστης με την κάλυψη ότι ψυχαγωγείται, προσφέρει το χρόνο και τα δεδομένα του, αποτελώντας παράλληλα και διαφημιστικό στόχο, ενώ με την όλη συμμετοχή του ανεβάζει την αξία των μετοχών των εταιρειών που εμπλέκονται με τα social media.

Games που δεν είναι …παιχνίδι

Κάποιος που χαζεύει μια σελίδα με όπλα, γιατί παίζει ένα παιχνίδι στρατηγικής στο διαδίκτυο, δεν συνειδητοποιεί ότι τη συγκεκριμένη στιγμή δίνει κρίσιμα στοιχεία της ψυχοσύνθεσης ή της ευρύτερης ιδεολογικής του ταυτότητας σε τρίτα μέρη, γεμίζοντας τις αχανείς δεξαμενές των big data και δίχως να γνωρίζει πώς θα χρησιμοποιηθούν μέσω τεχνητής νοημοσύνης και από ποιους.

Αν, για παράδειγμα, κάποιος χρήστης – παίκτης ενδιαφέρεται στις αναζητήσεις του για το μεταναστευτικό, τον φράχτη στον Έβρο, τα οπλικά συστήματα και τον Ερντογάν, τότε θα «συναντηθεί» με τα ανάλογα εκπεμπόμενα μηνύματα από προεκλογικές καμπάνιες κομμάτων με αυτή ή παρόμοια την ατζέντα. Θα βομβαρδίζεται με θέματα αυτών των κατηγοριών, ώστε να κατευθυνθεί προς τη συγκεκριμένη επιλογή.

Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε ως τώρα, οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες το 2016 δεν χρειαζόντουσαν να χακάρουν κανέναν στις ΗΠΑ ή τη Βρετανία για να πετύχουν τους σκοπούς τους. Αρκούσε να καθοδηγούν τα κοινά που θέλανε, προς τα εκεί που θέλανε, προβάλλοντας στοχευμένα την κατάλληλη, κάθε φορά για το σκοπό που θέλανε να επιτύχουν, θεματολογία.

Οι Data Journalists με αφορμή το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα και εν αναμονή του «2ου Γύρου» στις 25 Ιουνίου, μίλησαν με τρεις ειδικούς, προκειμένου με τις γνώσεις και την εμπειρία τους να βοηθήσουν στην σωστή κατανόηση και εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων.

Ο Αντώνης Γαλανόπουλος

Αντώνης Γαλανόπουλος: Τα Social Media αντανακλούν την κοινωνία: Ένα σαφέστατο ψέμα!

Ο Αντώνης Γαλανόπουλος είναι Πολιτικός Επιστήμονας και υποψήφιος Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ. Μας εξηγεί γιατί διαψεύσθηκαν για μια ακόμα φορά οι δημοσκοπήσεις αλλά και πώς επίδρασαν τα social media στις τελευταίες εκλογές.

  • Κύριε Γαλανόπουλε, γιατί ήταν εντυπωσιακό το εκλογικό αποτέλεσμα;

«Το κυριότερο είναι η μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ που μας γυρίζει πίσω στο πρώτο εκλογικό αποτέλεσμα της μεταπολίτευσης ανάμεσα στο πρώτο (ΝΔ) και το δεύτερο κόμμα (ΠΑΣΟΚ). Με το αποτέλεσμα της 21ης Μαΐου είναι η δεύτερη φορά που συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι κανείς δεν περίμενε μια τόσο μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο πρώτο -κυβερνών- κόμμα (ΝΔ) και τον δεύτερο (ΣΥΡΙΖΑ), με τις μετρήσεις που το κατέγραφαν να αμφισβητούνται ως υπερβολικές στις εκτιμήσεις τους, για να έρθει το τελικό αποτέλεσμα να είναι δύο και τρεις φορές μεγαλύτερο από αυτές. Υπήρξε δηλαδή, τεράστια απόσταση του πως βίωνε κάποιος την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα, με αυτή που αποτυπώθηκε εντέλει στο εκλογικό αποτέλεσμα».

  • Γιατί διαψεύσθηκαν οι δημοσκοπήσεις, ακόμα και το ExitPoll;

«Η αποτυχία έγκειται στην υπερτίμηση του ΣΥΡΙΖΑ, πρώτη φορά από το 2012 κατά το οποίο τον υποτιμούσαν, γιατί σταθμίστηκε με λάθος τρόπο το αστάθμητο δείγμα των απαντήσεων στις δημοσκοπήσεις. Έκαναν δηλαδή την επιλογή -θεωρώντας ότι υποτιμούν τον ΣΥΡΙΖΑ- να σταθμίσουν το δείγμα με βάση το ποσοστό που είχε πάρει τον Ιούλιο του 2019 και όχι με εκείνο που είχε πάρει στις Ευρωεκλογές του Μαρτίου του 2019. Κι έτσι είχαμε αυτή την απόκλιση. Έκαναν δηλαδή το λάθος, να θεωρήσουν ως βάση το περίπου 32% που έλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλιο και όχι το περίπου 24% που έλαβε τον Μάρτιο. Και με βάση αυτό υπολόγιζαν και τη συσπείρωση και τους αναποφάσιστους.

Και με το Exit Poll συνέβη αυτό, γιατί συνέχισαν να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Έκαναν λάθος στη στάθμιση, θεωρώντας ότι η διαφορά που έβρισκαν ήταν εξωπραγματική (δηλώσεις Δημήτρη Μαύρου της MRB την επομένη των εκλογών) και ότι αν την έβγαζαν θα είχαν πρόβλημα. Και με αυτή τη λογική κατ’ άλλους συνέχισαν να κάνουν λάθος ή κατ’ άλλους συνέχισαν να πειράζουν τα δεδομένα ενώ δεν έπρεπε».

  • Εξακολουθεί η πολιτική (ως πρόταση, περιεχόμενο κ.λπ.) να είναι ο πυρήνας των κομμάτων, ή πλέον καθοριστικό ρόλο παίζει η επικοινωνία;

«Η επικοινωνία είναι μέρος της πολιτικής. Το πώς επικοινωνεί κάποιος τις θέσεις του, είναι καθοριστικό για την πολιτική του. Αν θα το κάνεις με έναν επαγγελματικό τρόπο παραδείγματος χάρη, αυτό μπορεί να φανερώνει ότι απευθύνεσαι στους ειδικούς κάθε φορά κάνοντας μια εξαιρετική προεκλογική καμπάνια. Μπορεί να το κάνεις όπως το ΚΚΕ που λέει ότι εμείς δεν χρησιμοποιούμε επικοινωνιολόγους. Αυτό επικοινωνιακά μπορεί αλλού να πετύχει όπως με τον Γ.Γ. Δημήτρη Κουτσούμπα, αλλού όχι. Αυτά είναι επιλογές που δεν είναι άσχετες με την πολιτική. Το ότι η επικοινωνία παίζει σημαντικό ρόλο είναι δεδομένο. Ζούμε σε μια εποχή που δεν μπορείς να την αποφύγεις. Γιατί δεν τρέχει μόνο από τα τηλεοπτικά κανάλια, όπως ήταν στο παρελθόν. Εδώ και καιρό έχουμε τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (social media) που όπως έχει αποδειχθεί πλέον και με έρευνες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Αφού φαίνεται να είναι μια από τις βασικές ή και η βασική πηγή ενημέρωσης για τους νέους κάτω των 35. Όχι απαραίτητα μέσο, αλλά ως τόπος που βρίσκει τα άλλα μέσα. Αν κάποιο κόμμα δεν το καταλάβει αυτό θα έχει πρόβλημα πολιτικό, όχι επικοινωνιακό…».

  • Στρατηγικές, πολιτικές και επικοινωνιακές οι αστοχίες που εξηγούν ένα τέτοιο αποτέλεσμα;

«Το ύφος για παράδειγμα είναι μια διάσταση της επικοινωνίας. Πολλές φορές στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ έχουν κατηγορηθεί για αλαζονεία, ασκώντας αντιπολίτευση. Ο τρόπος δηλαδή, με τον οποίο εμφανίζονταν στη δημόσια σφαίρα, ήταν τουλάχιστον προβληματικός, φανερώνοντας μια έπαρση. Ακόμη κι αν πιστεύει κάποιος ότι έχει δίκιο, υπάρχουν πολλοί τρόποι για να το επικοινωνήσει. Με τον καθένα από αυτούς να αντανακλά κάτι. Σίγουρα η αλαζονεία δεν είναι ο καλύτερος τρόπος να επικοινωνήσει κάποιος οποιαδήποτε θέση, αφού βάζει τον δέκτη σε μία απόσταση. Η ουσία της πολιτικής επικοινωνίας είναι να κάνει αυτόν που σε παρακολουθεί ή σε διαβάζει να νιώσει κοντά σου. Να μειώσει δηλαδή, την όποια απόσταση.

Ο Αλέξης Τσίπρας σε μια από τις συνεντεύξεις του σε lifestyle εκπομπές, δήλωσε ότι όταν προσπαθείς να υποδυθείς κάτι που δεν είσαι, γίνεσαι «cringe». Στα βίντεο του όμως στο TikTok δεν κατάφερε ο ίδιος να το αποφύγει και να μην γίνει, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ δεν φάνηκε καλά διαβασμένος κι ας ήθελε να απευθυνθεί στα πλέον νεανικά κοινά του συγκεκριμένου μέσου. Ερασιτεχνικό αποτέλεσμα με κακή ποιότητα εικόνας και βίντεο, μ’ ένα λεξιλόγιο περασμένων δεκαετιών και αστεία επιπέδου ελληνικών ταινιών και λογοπαίγνια που δεν είναι της εποχής πλέον. Πόσω μάλλον όταν το κοινό του συγκεκριμένου μέσου είναι 17 με 24 χρονών. Ενώ κατά κοινή ομολογία, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε μια πολύ καλή καμπάνια στο TikTok. Ήτανε άμεση, χαλαρή, με οικεία θέματα, με προβολή της οικογένειας, διαδραστική, χωρίς να κρύψει ποτέ ότι ήταν άκρως επαγγελματική.

Άλλο παράδειγμα είναι εκείνο της Αφροδίτης Λατινοπούλου, που με επαγγελματικά φτιαγμένα βίντεο έχει χιλιάδες followers στο Tik Tok, νούμερα που ανταποκρίνονται σ’ εκείνα ενός πολιτικού αρχηγού».

  • Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι σε θέση να επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα;

«Εδώ και πολύ καιρό και σε πολύ μεγάλο βαθμό. Κι αυτό γιατί είναι κρίσιμα τοποθετημένα. Το αν θα ανοίξουμε την τηλεόραση για να ενημερωθούμε είναι μια επιλογή που γίνεται ολοένα και λιγότερο. Το κινητό μας όμως που έχει όλες τις εφαρμογές μας ακολουθεί παντού και κάποια στιγμή ή στιγμές της μέρας θα μπούμε μέσα στα social media από αυτό. Εφαρμογές που έχουν δομηθεί να γίνονται προσωποποιημένες όσο τις χρησιμοποιούμε κι αυτό είναι που δημιουργεί το πρόβλημα με τα social media.

Όσο πιο πολύ χρησιμοποιούμε τις εφαρμογές αυτές, η προσωποποίηση φτάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό, μοιάζοντας ολοένα και περισσότερο στον εαυτό μας, με αποτέλεσμα να χτίζεται γύρω μας μια «φούσκα» μέσα στην οποία τελικά ο χρήστης κλειδώνεται χάνοντας την επαφή με το πραγματικό περιβάλλον. Ερχόμενοι συνεχώς σε επαφή με απόψεις που συμφωνούν με τις δικές του, ο χρήστης φτάνει στο σημείο να νομίζει ότι αυτές είναι πλειοψηφικές μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα που όμως δεν ερχόμαστε σε μεγάλη επαφή. Κι αυτό γίνεται γιατί έτσι αισθάνεται ωραία.

Όπως δηλαδή, οι εταιρείες χτίζουν σύμφωνα με το προφίλ τους τις διαφημίσεις που θα δούνε στα social media, έτσι και οι χρήστες έχουν χτίσει τις πολιτικές και κοινωνικές αξίες που πιστεύει ο περίγυρός μας στα Social Media. Κι όταν μερικές φορές αυτό σπάει -όπως με το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα- κάποιοι σοκάρονται».

Αυτή η εικονική πραγματικότητα χτίζεται από τους χρήστες, ή από την Τεχνητή Νοημοσύνη (ΑΙ) των εταιρειών που διαχειρίζονται τα προγράμματα;

«Ισχύει το «Συν Αθηνά και χείρα κίνει», αφού σε πολύ μεγάλο βαθμό το εικονικό περιβάλλον χτίζεται από τους ίδιους τους χρήστες. Υπάρχει μια εύλογη δυσανεξία στις αντίθετες απόψεις. Η πλειοψηφία μπαίνει στη διαδικασία να διαγράφει χρήστες, τα σχόλια των οποίων δεν συμφωνούν με τα δικά τους. Γιατί δεν θεωρούν ότι είναι υποχρεωμένοι να καταναλώνουν τον χρόνο που αφιερώνουν για την περιήγηση τους στα social media, διαβάζοντας πράγματα με τα οποία δεν συμφωνούν. Αυτό όμως σημαίνει ότι χτίζουν το περιβάλλον τους κι ότι σιγά-σιγά νομίζουν ότι οι απόψεις με τις οποίες δεν συμφωνούνε, δεν υπάρχουν.

Η αλληλουχία λοιπόν των αλγορίθμων τροφοδοτείται από τις επιλογές του κάθε χρήστη σε αυτό το περιβάλλον. Από το ποια σελίδα θα επισκεφτεί, πόσο χρόνο θα κάτσει σε αυτήν, πως θα αντιδράσει, θετικά ή αρνητικά, όλα αυτά είναι στοιχεία που τροφοδοτούν την αλληλεπίδραση με το σύστημα. Ο κάθε χρήστης δηλαδή, του λέει τι του αρέσει κι αυτό του δίνει αυτό που του αρέσει, προκειμένου να τον κρατάει περισσότερη ώρα μέσα σε αυτό, αποκομίζοντας αφενός περισσότερες προσωπικές πληροφορίες (εμπορεύσιμες) για τον ίδιο και αφετέρου προβάλλοντας του περισσότερες διαφημίσεις. Κι αν στις δοκιμαστικές του προτάσεις προς τον χρήστη το σύστημα κάνει λάθος, γιατί αυτές δεν θα επιβεβαιωθούνε από τον ίδιο, τότε θα τις πάρει πίσω και δεν θα τις ξαναεμφανίσει.

Η προσπάθεια λοιπόν, να μην δημιουργήσουνε μόνο ένα καταναλωτικό προφίλ, αλλά ένα πολιτικό ιδεολογικό προφίλ, καθίσταται επικίνδυνη. Όλο αυτό γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνο δηλαδή, όταν μιλάμε για ελευθερίες και δικαιώματα.

Το είδαμε το 2016 με το Brexit τις εκλογές στις ΗΠΑ και την ανάδειξη του Ντόναλντ Τραμπ, τις κατηγορίες για ανάμειξη της Ρωσίας, στοχεύοντας συγκεκριμένα μηνύματα σε συγκεκριμένες κατηγορίες. Όχι σε εκείνους που ήταν ήδη πεισμένοι και ψήφιζαν ένα κόμμα, ή ήταν ήδη προσηλυτισμένοι σε μια ιδεολογία ή ένα σκοπό, αλλά σε κοινωνικές ομάδες που θα μπορούσαν να προσελκυθούν. Όπως άνθρωποι π.χ. που ένιωθαν μια ανασφάλεια, ή αγαπούσαν τα όπλα και δεν τους κατέγραφαν οι δημοσκοπήσεις. Σε αυτούς δεν στοχεύουν προβάλλοντας τους κομματικές διαφημίσεις, αλλά μηνύματα πολιτικά που θα τους οδηγήσουν έμμεσα εκεί που θέλουν. Έτσι γίνεται επικίνδυνη για τη Δημοκρατία η ύπαρξη αλγορίθμων που μετατρέπουν τους χρήστες σε καθοδηγούμενους στόχους».

Πηγή:  Data Journalists

Pin It

Ροή ειδήσεων