Θα ξεκινήσω από τις 17/9/2013, που είδα για τελευταία φορά το παιδί μου, στις 5μιση το απόγευμα, χαιρετηθήκαμε, θα πήγαινε να δει ένα φίλο του με την κoπέλα του, τη Χρύσα, να πιούνε καφέ, και συγκεκριμένα, στο Δούλβαρη, και μετά θα πήγαιναν να δούνε μπάλακι επειδή ακριβώς δε θα βρισκόμασταν το βράδυ, θα ήμουν στο σπίτι της κόρης μου, χαιρετηθήκαμε και είπαμε θα τα πούμε το πρωί. Φύγανε τα παιδιά, έφυγα και εγώ και πήγα στην κόρη μου.
Τίποτα δεν προμήνυε το μεγάλο κακό που μας βρήκε. Γύρω στις 2 η ώρα, δεν μπορώ να θυμηθώ, χτυπάει το τηλέφωνο της κόρης μου και είναι ο κουνιάδος της που ζητάει να να ανοίξει την πόρτα, μαζί με το μπαμπά της. Σηκωθήκαμε απάνω, ξέροντας ότι κάτι κακό έχει γίνει αλλά δε γνωρίζαμε τίποτα. Δεν μπορεί εκείνη την ώρα να έρθει ο κουνιάδος και ο μπαμπάς της στο σπίτι. Ανοίγουμε την πόρτα και αντικρίζω δύο ανθρώπους, και ειδικά τον πατέρα του, ένα ωχρό πλάσμα που δεν έβρισκε λόγια όχι να μας πει αλλά προσπαθούσε να πει άλλα. Τον ρώτησα «τι συμβαίνει, τι έχει γίνει και ποιος είναι» και μου είπε ότι δεν έχει γίνει κάτι κακό, απλά ο Παύλος χτύπησε και σε θέλει στο νοσοκομείο». Και φυσικά και δεν το πίστεψα, γιατί ξέρω πολύ καλά τον Παύλο, ότι δεν υπήρχε περίπτωση να με ανησυχήσει αν ήταν κάτι απλό. Φυσικά και φεύγω, ρωτούσα επίμονα τι συμβαίνει, αν είναι στην εντατική, αν είναι κάπου, πώς χτύπησε, κανείς δε μου απαντούσε, μου έλεγε ότι τίποτα δεν έχει.
Φτάσαμε στο νοσοκομείο, πάρα πολύς κόσμος, συγγενείς, φίλοι, αλλά όλοι, κανείς δεν έλεγε τίποτα, μπήκα τρέχοντας στο νοσοκομείο, ρωτάω να μου πουν τι συμβαίνει. Βλέπω έναν γιατρό, άλλη μία γιατρό, τους ρωτούσα επίμονα και καταλαβαίνω ότι έχει γίνει κάτι πολύ κακό, αλλά πόσο κακό δεν ήξερα. Τους πίεσα πάρα πολύ για να μου πουν. Κάποια στιγμή ο γιατρός μου έδωσε ένα χάπι και με πήρε στο γραφείο και μου είπε ότι ο Παύλος δε ζει, ότι τον δολοφόνησαν και ότι τον δολοφόνησε η Χρυσή Αυγή και ότι το δολοφόνο τον πιάσανε.
Του είπα «προσπαθήσατε να τον σώσετε;». Μου λέει ότι δεν γινόταν τίποτα, ήταν επαγγελματικό το χτύπημα, οι μαχαιριές ήταν επαγγελματικές. Εκεί χάθηκαν όλα. Ξαφνικά ανοίγει η γη. Με όσο κουράγιο είχα ζήτησα να πάω να τον δω και τον είδαμε στο νεκροτομείο. Τον είχαν πάει εκεί, πήγα και προσπάθησα να τον ζεστάνω, του ζήταγα να πέσουμε πάνω του και να σηκωθεί. Δεν ήταν φοβισμένος, δεν ήταν ταλαιπωρημένος, κοιμόταν, αφού κοιμάται να τον ξυπνήσουμε. Δυστυχώς ήταν νεκρός.Και εκεί αρχίζει ο εφιάλτης. Πώς να συνειδητοποιήσεις ότι δεν έχεις το παιδί σου, από τη μια στιγμή στην άλλη;
Έξω ήταν όλα τα παιδιά, πήγαμε σπίτι και ξεκίνησε η όλη διαδικασία για όσα έπρεπε να γίνουν. Μαζί μας ήταν και η Χρύσα η κοπέλα του Παύλου κι αρχίσαμε να συλλέγουμε πληροφορίες για το πως βρέθηκε η Χρυσή Αυγή στο Κερατσίνι. Η Χρύσα μου είπε ότι ήπιαν καφέ και μετά βγήκαν να δουν που θα μπορέσουν να δουν τη μπάλα. Αρχικά ήταν 3 παιδιά και μετά μαζεύτηκαν 11 αν δεν κάνω λάθος. Μέσα στο μαγαζί υπήρχαν δυο παιδιά με ρούχα παραλλαγής και μπλούζα της Χρυσής Αυγής ανάποδα. Φάνηκαν να δυσανασχετούν. Ήταν ο Άγγος και ο Μιχαλάρος. Υπήρχε μια κινητικότητα από αυτούς. Αφού τελείωσε η μπάλα πάνε να φύγουν και βλέπουν ότι έχουν βγει έξω οι δυο τύποι και απέναντι έχουν μαζευτεί 5 άτομα με κακές προθέσεις.
Ο Παύλος είπε «πάμε να φύγουμε και ερχόμαστε μετά για τα αυτοκίνητα». Φτάνοντας Τσαλδάρη και Κεφαλληνίας βλέπουν ένα ολόκληρο κομβόι. Το πρώτο αυτοκίνητο είναι του Ρουπακιά. Σταματάει και ρωτάει τον Παύλο ποια είναι η Κεφαλληνίας και ο Παύλος του λέει αυτή είναι. Ήδη έχουν συγκεντρωθεί από 5 άτομα πάνω από 30-40, δεν ξέρω ακριβώς πόσοι και έχει έρθει και η ΔΙΑΣ, ήδη δύο μηχανές από το μαγαζί. Οι μηχανές γίνονται τέσσερις στην Τσαλδάρη.
Το τάγμα αρχίζουν τις βρισιές και κρατούσαν ρόπαλα, λοστούς, έχουν έρθει με σκοπό να τρομοκρατήσουν. Τα παιδιά αποφασίζουν να περάσουν απέναντι και να πάνε στο σπίτι, αφού πάρουν τσιγάρα. Οι από εκεί αρχίζουν να βρίζουν.
Ο Παύλος είπε: «Τώρα τρέχουμε». Τα παιδιά έτρεξαν αλλά ο Παύλος έμεινε πίσω και τον προλαβαίνουν. Αρχίζουν από 3αδες να περνάνε να χτυπάνε και να φεύγουν, να βρίζουν, με αποτέλεσμα να εγκλωβίσουν τον Παύλο εκεί. Άρχισε η μάχη με τους Χρυσαυγίτες αλλά δεν κατάφεραν να τον ρίξουν κάτω.
Ο δολοφόνος δεν φορούσε τη στολή της Χρυσής Αυγής και ήταν μεγαλύτερος των άλλων ηλικιακά. Ήταν σε ψύχραιμη κατάσταση με ήρεμες κινήσεις και όλοι κάνουν στην άκρη μπαίνει ανάμεσα αγκαλιάζει τον Παύλο και τον μαχαιρώνει.
Παρακαλούσε η Χρύσα τους αστυνομικούς για να πάνε στον Παύλο. Έλεγαν δεν μπορούσαν. Κάποιος συγκινήθηκε και την ακολούθησε. Φτάνοντας είχε γίνει η δολοφονία και αντί να συλλάβουν το δολοφόνο, έβγαλαν χειροπέδες για τον Παύλο ο οποίος σήκωσε την μπλούζα του και λέει «Με μαχαίρωσε θα με συλλάβετε και από πάνω;». Και έδειξε το δολοφόνο του. “Είπαμε όχι και μαχαίρια” είπε η αστυνομικός τότε που σημαίνει ότι γνώριζαν από πριν».


