Στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επεξεργασμένα από το ΕΜΠ (2001 & 2011). Περιμένοντας τα αποτελέσματα της γενικής στατιστικής του πληθυσμού 2021 από ΕΛΣΤΑΤ.
Ζούμε τις μικρές μας ιστορίες στο κέντρο και τις συνοικίες,* σπαστά, κομματιαστά, αποκομμένα, φράκταλ
To κέντρο του Πειραιά αδειάζει από κατοίκους, όλες οι βόρειες συνοικίες από το Νέο Φάληρο ως τον Άγιο Δημήτριο ασφυκτιούν βαθιά χωρισμένες η μια από την άλλη και όλες μαζί αποκομμένες από την υπόλοιπη πόλη.
Πειραιάς, η πόλη μας και το λιμάνι μας: ένα παζλ διάσπαρτων κομματιών
► Κατατοπιστική η ανάρτηση του επικεφαλής του «Πειραιάς για Όλους» Νίκου Μπελαβίλα στο χρονολόγιό του στο Facebook με τη δημοσιοποίηση και αξιολόγηση των επεξεργασμένων στοιχείων των στατιστικών 2001 και 2011:
Αναμένοντας τα αποτελέσματα της γενικής στατιστικής του πληθυσμού 2021 της ΕΛΣΤΑΤ, ανοίγει η συζήτηση για την πληθυσμιακή κατάσταση του Πειραιά. Στις μετρήσεις των πόλεων, υπάρχει ένα ενδιαφέρον μέγεθος που δίνει αφορμή για σκέψεις. Είναι η κατανομή και η πυκνότητα της κατοίκησης. Οι πρόσφατες επεξεργασίες των δύο προηγούμενων στατιστικών του 2001 και 2011, από τα εργαστήρια του Τομέα Πολεοδομίας και Χωροταξίας ΕΜΠ αποκαλύπτουν σε μεγάλο βαθμό την πραγματικότητα με επιστημονικούς δείκτες.
Τι λέει η γενική εικόνα που δείχνουν οι δύο χάρτες με τις αποτυπώσεις της πυκνότητας κατοίκησης του 2001 και του 2011: Ο «εντός των τειχών Πειραιάς», οι δύο δημοτικές κοινότητες (Α’ και Β’), διατηρούν τις συνοικίες τους με σχετικά υψηλά ποσοστά και έως και 1400 κατοίκους/εκτάριο (δηλαδή ανά 10 στρέμματα). Οι άλλες τρεις (Γ’ Δ’, Ε’) αποτελούν ακραίες νησίδες αποκομμένες τόσο από το κέντρο και το θαλάσσιο μέτωπο όσο και μεταξύ τους λόγω των τεράστιων νεκρών εκτάσεων της πρώην βιομηχανικής ζώνης και των κυκλοφοριακών αξόνων. Η περιοχή του κεντρικού λιμανιού επίσης, η Αγορά και η Τρούμπα, ότι βρίσκεται κάτω από την Τερψιθέα και το Δημοτικό Θέατρο προς τα δυτικά έχουν πιά εγκαταλειφθεί ολοκληρωτικά από κατοίκους. Ένας πολύποδας με χιλιάδες κτίρια που καλύπτουν περίπου τη μισή έκταση της πόλης, διεισδύει στις συνοικίες, περιβάλλει το λιμάνι και είναι ολοκληρωτικά «ακατοίκητος». Το φαινόμενο αυτό δεν εμφανίζεται πουθενά αλλού στο Λεκανοπέδιο. Οι τρεις βόρειες συνοικίες δηλαδή του Πειραιά είναι απολύτως αποκλεισμένες μεταξύ τους με νεκρές ζώνες να παρεμβάλλονται, είναι επίσης το ίδιο αποκλεισμένες από τη θάλασσα και το κέντρο. Εκεί κατοικεί ο μισός πειραϊκός πληθυσμός. Στη δε κεντρική περιοχή, η κατοικία υποχωρεί συνεχώς πιεζόμενη από τις χρήσεις του λιμανιού και της Τρούμπας.
Η πολεοδομική καρδιά του Πειραιά μοιράζεται σε τρεις χονδρικά ομοιογενείς περιοχές: Η πρώτη είναι το Δημοτικό Θέατρο, η Ευαγγελίστρια και η Γούβα Βάβουλα. Οι δύο τελευταίες, διατηρούν τον πληθυσμό τους κυρίως κατά μήκος της λεωφόρου Λαμπράκη, και πίσω από αυτήν. Στη ζώνη του Δημοτικού Θεάτρου και της Τερψιθέας η κατοικία ήταν ήδη συρρικνωμένη, και από το 2001 ως το 2011 μειώθηκε ακόμη περισσότερο. Ένας λεπτός λαιμός κατοικήσιμων οικοδομικών τετραγώνων στο δυτικό Πασαλιμάνι συνδέει αυτή την περιοχή με τις συνοικίες της Πειραϊκής χερσονήσου. Τα υπόλοιπα τετράγωνα του εμπορικού κέντρου, κατά μήκος της Ηρώων Πολυτεχνείου έχουν πλέον εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους και φιλοξενούν μόνο χώρους υπηρεσιών και αναψυχής. Κατοικίες υπάρχουν μόνο στο μέτωπο προς τη θάλασσα, σε ένα βάθος λίγων τετραγώνων που είναι πολύ πυκνές γύρω από το Αρχαιολογικό Μουσείο και την οδό Χαριλάου Τρικούπη.
Αντίθετα όλη η Πειραϊκή, η Α’ Δημοτική Κοινότητα, είναι η πιο πυκνοκατοικημένη ζώνη του δήμου. Η πύκνωση ενισχύθηκε ως το 2011, και ανεπίσημες δημοσιοποιήσεις στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι η αύξηση συνεχίζεται και ως το 2021. Οι συνοικίες του Τζανείου και του Αγίου Βασιλείου έχουν τους μεγαλύτερους δείκτες, οι οποίες κυμαίνονται από 100 έως 350 κατοίκους ανά οικοδομικό τετράγωνο. Ανάλογη, με ελαφρά χαμηλότερα μεγέθη είναι, η κατάσταση και στην υπόλοιπη χερσόνησο. Κατανέμεται σχετικά ανομοιόμορφα με το εσωτερικό να υπερέχει της ακτής. Γύρω από τη γειτονικά του Αγίου Νείλου παρουσιάζεται μία κάμψη σε σχέση με το 2001 ενώ ανάκαμψη εμφανίζει η ζώνη γύρω από το νοσοκομείο Μεταξά και την Καλλίπολη, όπου υπήρξε και νέα δόμηση πολυκατοικιών.
Ο λόφος του Προφήτη Ηλία προς την ανατολική πλευρά και η Καστέλλα, ούτως ή άλλως λόγω του μικρού ύψους των κτιρίων είχαν πάντα χαμηλή πυκνότητα, η οποία φαίνεται να είναι σταθερή, γύρω στους 30 έως 100 κατοίκους ανά οικοδομικό τετράγωνο.
Στο Νέο Φάληρο, στη Γ’ Δημοτική Κοινότητα, η εικόνα είναι επίσης σταθερή μεταξύ 2001 και 2011. Λίγοι κάτοικοι περιορισμένοι στο τρίγωνο μεταξύ της οδού Κανελλοπούλου, πίσω δηλαδή από την Πειραιώς, του Σταδίου «Γ. Καραϊσκάκης» και του Κηφισού. Και εδώ μάλλον θα εμφανιστεί μικρή αύξηση μετά την απογραφή του 2021, καθώς υπήρξε νέα δόμηση πολυκατοικιών, αλλά πίσω από τους μεγάλους άξονες και το παραλιακό μέτωπο.
Στα Καμίνια και στην Παλιά Κοκκινιά, στη Δ’ Δημοτική Κοινότητα εντοπίζεται συρρίκνωση της κατοικίας σε σχέση με το 2001. Οι γειτονιές που βλέπουν στους μεγάλους άξονες Πειραιώς και Θηβών χάνουν τους κατοίκους τους. Οι πυκνώσεις υπάρχουν στην κεντρική μεν και ήσυχη ταυτόχρονα περιοχή των Καμινίων. Σε κάποια ελάχιστα οικοδομικά τετράγωνα με πολυώροφα κτίρια φθάνουν στα επίπεδα των κεντρικών περιοχών του Πειραιά με 1.400 κατοίκους ανά εκτάριο.
Τα Μανιάτικα, η Αγία Σοφία και ο Άγιος Δημήτριος, η Ε’ Δημοτική Κοινότητα εμφανίζει πολύ μικρές διακυμάνσεις, ίσως και μικρή αύξηση κατοίκων γύρω από το κέντρο της Αγίας Σοφίας. Αντίθετα στο εσωτερικό του Αγίου Δημητρίου εντοπίζονται συρρικνώσεις. Ο λόφος των Μανιάτικων, ο Βώκος με χαμηλή δόμηση παρουσιάζει λογικά μικρούς αριθμούς κατοίκων, αλλά και κάποιες νησίδες εγκατάλειψης. Στη γειτονιά αυτή, εκτιμάται ότι η λειτουργία του νέου σταθμού Μετρό θα οδηγήσει σε ανάκαμψη. Το ίδιο θα συμβεί και πιο νότια, στην περιοχή της ανάπλασης του Αγίου Διονυσίου όπου κατασκευάζονται νέα συγκροτήματα κατοικιών στην παλιά βιομηχανική ζώνη.
Η συζήτηση περί στασιμότητας ή και μείωσης του πληθυσμού του Πειραιά υπάρχει και τούτο είναι δεδομένο. Ο Πειραιάς είχε χαρακτηριστεί από τη διεθνή βιβλιογραφία συρρικνούμενη πόλη (shrinking city) ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα. Όχι μόνος του. Και σε άλλες πόλεις ναυαρχίδες της βιομηχανικής ανάπτυξης στις χώρες τους, όπως η Γλασκόβη και το Ντιτρόιτ συνέβη το ίδιο. Και δεν ήταν τίποτα άλλο από το αποτέλεσμα της βίαιης αποβιομηχάνισης, η οποία συντελέστηκε ουσιαστικά μέσα σε 2-3 δεκαετίες. Όπως δηλαδή η πόλη εξερράγη πληθυσμιακά στην εκκίνηση της, πάλι εξαιτίας της βιομηχανίας (και της ναυτιλίας), έτσι πέρασε σε πληθυσμιακή ύφεση όταν κατέρρευσε ο ένας από τους δύο οικονομικούς πυλώνες της. Φαίνεται όμως ότι δεν διαλύθηκε πλήρως, διότι ο άλλος πυλώνας, το λιμάνι, η ναυτιλία και οι θαλάσσιες μεταφορές όπως και ο τριτογενής τομέας των υπηρεσιών άντεξαν και συνεχίζουν να αντέχουν. Η μεγάλη πρόκληση από εδώ και πέρα είναι η άρση του δραματικού αποκλεισμού των βόρειων συνοικιών και η ανάσχεση της συρρίκνωσης του κέντρου.
*Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας│Προσωπικές οπτασίες│1985


