Η πρώτη εντύπωση από τη διαχείριση της κρίσης είναι θετική, μια και η κυβέρνηση στέκεται δίπλα στους δοκιμαζόμενους πολίτες, ενισχύοντάς τους οικονομικά για να αντιμετωπίσουν τα πανάκριβα τιμολόγια του ρεύματος.
Αν όμως κανείς μπει στον κόπο και ρίξει μια ματιά σε αυτά που συμβαίνουν στην υπόλοιπη Ευρώπη και συγκεκριμένα αν συγκρίνει την εκεί διαχείριση της ενεργειακής κρίσης με όσα συμβαίνουν εδώ, καταλήγει σε μια σειρά από ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις που αλλάζουν την αρχική εικόνα.
Η χώρα μας, με 616,38 ευρώ τη χονδρεμπορική τιμή της μεγαβατώρας σήμερα, μοιράζεται μαζί με 5 κράτη του πρώην ανατολικού μπλοκ και συγκεκριμένα με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σλοβενία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία, τη δεύτερη ακριβότερη τιμή ρεύματος στην Ευρώπη. Με πρώτη την πλούσια Ελβετία, στην οποία η μεγαβατώρα στη χονδρική έχει 624 ευρώ.
Οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι δηλαδή πληρώνουν 3,5 φορές φτηνότερα στη χονδρική τη μεγαβατώρα από εμάς.
Κι ακόμη η λιανική τιμή του ρεύματος στη Γερμανία, με τις πολύ υψηλότερες αμοιβές για τους εργαζόμενους από εμάς, είναι μόλις 0,33 ευρώ ανά κιλοβατώρα.
Αν όμως ισχύει ο ισχυρισμός ότι η ενεργειακή κρίση είναι πράγματι εισαγόμενη, τότε πως γίνεται και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες έχουν τόσο φτηνότερο ρεύμα;
Γιατί δηλαδή η Ελλάδα δεν εισάγει τις φτηνές τιμές του ρεύματος που ισχύουν στην υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά διαμορφώνει πολύ υψηλότερα τιμολόγια;
είμαστε αναγκασμένοι να πληρώνουμε, δεν οφείλονται σε διεθνείς, αλλά σε εγχώριες συνθήκες.
Κι ακόμη στη χώρα μας, ακολουθώντας το γνωστό δόγμα της αυτορρύθμισης της ενεργειακής αγοράς ιδιωτικοποιήθηκε η ΔΕΗ, την ώρα που ακόμη και ο νεοφιλελεύθερος οικονομικά πρόεδρος Μακρόν στη Γαλλία προσέφυγε σε μέτρα κρατικής παρέμβασης στις αγορές, με την επανακρατικοποίηση της Γαλλικής ΔΕΗ και την επιβολή πλαφόν στα υπερκέρδη των επιχειρήσεων παραγωγής και παροχής ρεύματος.
Η τρίτη παρατήρηση από τη συγκριτική αξιολόγηση της διαχείρισης της ενεργειακής κρίσης εδώ και στη υπόλοιπη Ευρώπη είναι ότι στην Ελλάδα, η μη επέμβαση στις παράλογες ανατιμήσεις που επέβαλαν οι επιχειρήσεις παραγωγής και παροχής ρεύματος συνέβαλε ώστε αυτές να οδηγηθούν σε υπερκέρδη. Τα οποία ακόμη δεν έχουν φορολογηθεί.
Η επιδοματική πολιτική, ενώ φαίνεται να στηρίζει τους καταναλωτές, στην πραγματικότητα επιδοτεί τις μεγάλες επιχειρήσεις που κερδοσκοπούν σε βάρος του πολίτη. Γιατί οι επιδοτήσεις μεταφέρονται απευθείας από τους καταναλωτές στους κερδοσκόπους.
Αντί δηλαδή να επιδιώκεται ο έλεγχος της ενεργειακής αγοράς και ο περιορισμός των ανατιμήσεων, όπως συμβαίνει στην υπόλοιπη Ευρώπη, νομιμοποιείται και επιδοτείται με δημόσιο χρήμα η αισχροκέρδεια.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια μεγάλη επιχείρηση αναδιανομής πλούτου και μεταφοράς του από το κράτος και από τους φορολογούμενους, μέσω των επιδοτήσεων και των τιμολογίων του ρεύματος αντίστοιχα, στις επιχειρήσεις παραγωγής και παροχής ρεύματος.
Οι οποίες, αν και διαχειρίζονται και εμπορεύονται ένα φυσικό αγαθό απαραίτητο για την επιβίωση των πολιτών, αυξάνουν ανεξέλεγκτα τις τιμές του στα ύψη προκειμένου να προσποριστούν υπερκέρδη.
Επιδοτώντας με 1,9 δις δημόσιο χρήμα τις επιχειρήσεις που κερδοσκοπούν, αυτό που συμβαίνει είναι ότι επιδεινώνονται σοβαρά οι δημοσιονομικοί δείκτες. Ήδη, το πλεόνασμα στο δημοσιονομικό ισοζύγιο, μετά την έξοδο από τα μνημόνια, έχει γίνει σήμερα έλλειμμα και μάλιστα της τάξης του 9,7% του ΑΕΠ. Που σημαίνει αντίστοιχη αύξηση του εξωτερικού χρέους της χώρας.
Σήμερα, με το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 9,7% του ΑΕΠ είμαστε πολύ κοντά και πάλι σε μια νέα περιπέτεια αυστηρής δημοσιονομικής επιτήρησης, μόλις καταφέραμε μετά από 10 χρόνια να απαλλαγούμε από αυτήν.
Αν αυτό συμβεί, θα είμαστε πάλι εμείς, οι καταναλωτές του ρεύματος που σήμερα χαιρόμαστε με τις επιδοτήσεις, που θα κληθούμε να πληρώσουμε το λογαριασμό.
Η χώρα πρέπει άμεσα να αλλάξει πολιτική και να ευθυγραμμιστεί με όσα συμβαίνουν στην Ευρώπη.
Να εγκαταλειφθεί δηλαδή η πολιτική των εκ των υστέρων επιδοτήσεων σε ήδη διαμορφωμένα ακριβά τιμολόγια ρεύματος.
Και να ακολουθηθεί μια πολιτική ρύθμισης της ενεργειακής αγοράς, ελέγχου της κερδοσκοπίας και δραστικού περιορισμού των ανατιμήσεων.
Οι κινήσεις που πρέπει να γίνουν άμεσα είναι οι εξής:
Επιβολή πλαφόν στις ανατιμήσεις στο πρότυπο των περισσότερων ευρωπαϊκών κρατών
Επανακρατικοποίηση της ΔΕΗ στο πρότυπο της Γαλλίας.
Φορολόγηση του συνόλου των υπερκερδών των ενεργειακών επιχειρήσεων, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η όποια επιδότηση των χαμηλότερων πλέον τιμολογίων από αυτούς τους φόρους και όχι από τους καταναλωτές και από το κράτος, μέσω εξωτερικού δανεισμού.
Προσαρμογή του ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας στα ευρωπαϊκά πρότυπα, όπου οι εισηγμένες επιχειρήσεις συμμετέχουν σε ένα μικρό ποσοστό, κάτω του 29%, στην ενεργειακή αγορά. Σε αντίθεση με την Ελλάδα που συμμετέχει κατά 100%, εξαρτώντας απόλυτα τα τιμολόγια από τις αυξημένες διεθνώς τιμές του φυσικού αερίου.
Η αλλαγή πολιτικής όσον αφορά στην κρατική παρέμβαση στην ενεργειακή αγορά θα αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την ακρίβεια και θα εμποδίσει την κερδοσκοπία σε μια δύσκολη εποχή, μοιράζοντας το κόστος τα ενεργειακής κρίσης μεταξύ των καταναλωτών, του κράτους και των ενεργειακών επιχειρήσεων.
Πηγή: NAFTEMPORIKI.GR


