Πρόσφατα Νέα

Νίκος Μπελογιάννης: Αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο και, όταν χρειαστεί, θυσιάζουμε και τη ζωή μας

Ο Νίκος Μπελογιάννης δεν πήγε στον θάνατο ως ηττημένος. Πήγε όπως έζησε. Με καθαρό βλέμμα, με ήρεμη φωνή, με μια πίστη που δεν λύγισε ούτε μπροστά στο τέλος.

Σαν σήμερα, 30 Μαρτίου, συμπληρώνονται 74 χρόνια από τότε που ο Νίκος Μπελογιάννης στάθηκε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα στο Γουδή. Δεν ήταν απλά μια εκτέλεση. Ήταν περισσότερο μια στιγμή που σφράγισε μια ολόκληρη εποχή, ένα ρήγμα στην ιστορία που ακόμη δεν έχει κλείσει.

Ξημέρωνε Κυριακή 30 Μαρτίου 1952, μια μέρα που δεν εκτελούνταν θανατικές ποινές. Κι όμως, εκείνο το πρωινό, η εξουσία επέλεξε να βιαστεί. Σαν να φοβόταν. Σαν να ήθελε να τελειώνει με έναν άνθρωπο που, ακόμη και δεμένος, στεκόταν πιο ελεύθερος από τους δικαστές του.

Μαζί του εκτελέστηκαν οι Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης και Νίκος Καλούμενος, ύστερα από μια πολύκροτη υπόθεση που είχε ήδη συγκλονίσει τη χώρα και προκαλέσει διεθνές κύμα συμπαράστασης.

Ο Νίκος Μπελογιάννης δεν πήγε στον θάνατο ως ηττημένος. Πήγε όπως έζησε. Με καθαρό βλέμμα, με ήρεμη φωνή, με μια πίστη που δεν λύγισε ούτε μπροστά στο τέλος. Όταν τον ξύπνησαν, κατάλαβε. «Πάμε για καθαρό αέρα;» ρώτησε. Και μέσα σε αυτή τη φράση, χωράει ολόκληρη η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η πορεία προς το εκτελεστικό απόσπασμα είχε ξεκινήσει το 1951, όταν ο Μπελογιάννης καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο, με βάση τον ΑΝ 509, μέσα στο κλίμα του μετεμφυλιακού αντικομμουνισμού.

Αν και η πρώτη απόφαση δεν εκτελέστηκε λόγω των έντονων αντιδράσεων, η υπόθεση επανήλθε με νέα στοιχεία, όταν οι αρχές συνέδεσαν τη δράση του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ με ασυρμάτους και κατηγορία κατασκοπείας. Η δεύτερη δίκη, ακόμη πιο δραματική, οδήγησε τελικά στην οριστική καταδίκη του ίδιου και των συγκατηγορουμένων του.

Στο δικαστήριο γεννήθηκε και η εικόνα που δεν έσβησε ποτέ. Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο. Ένα λουλούδι στο χέρι, απέναντι σε μια εξουσία οπλισμένη μέχρι τα δόντια.

Η φωτογραφία του Μπελογιάννη, με το λουλούδι στο χέρι, με έκφραση ήρεμη και σταθερή, ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και μετατράπηκε σε διεθνές σύμβολο αξιοπρέπειας και ιδεολογικής συνέπειας. Ενέπνευσε καλλιτέχνες όπως ο Πάμπλο Πικάσο και κινητοποίησε προσωπικότητες της διανόησης, μεταξύ των οποίων ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Πωλ Ελυάρ, ο Τσάρλι Τσάπλιν και ο Ναζίμ Χικμέτ, που ζήτησαν την απονομή χάριτος.

Παρά τη διεθνή πίεση, οι εκκλήσεις δεν ευοδώθηκαν. Ο Μπελογιάννης, ωστόσο, είχε ήδη διαμορφώσει το ιστορικό του αποτύπωμα. Στην απολογία του δεν ζήτησε επιείκεια, αλλά υπερασπίστηκε δημόσια τις πολιτικές του θέσεις, προτάσσοντας την πίστη στις ιδέες του. Η στάση αυτή, σε συνδυασμό με την ψυχραιμία που επέδειξε μέχρι το τέλος, τον κατέστησε σύμβολο μιας εποχής βαθιάς σύγκρουσης, αλλά και προσωπικής αξιοπρέπειας.

Ιδιαίτερα έντονα παραμένουν τα στοιχεία της τελευταίας του νύχτας. Όταν ενημερώθηκε ότι οδηγείται στην εκτέλεση, διατήρησε τη νηφαλιότητα που τον χαρακτήριζε, βαδίζοντας προς το εκτελεστικό απόσπασμα χωρίς ταραχή. Η επίσημη ανακοίνωση της εκτέλεσης ήταν ψυχρή, σχεδόν άψυχη. Όμως, η ιστορική μνήμη κράτησε τη συγκίνηση και το βάρος της στιγμής.

Νίκος Μπελογιάννης: Η ιστορία του

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου 1915 στην Αμαλιάδα. Από νεαρή ηλικία διαμορφώθηκαν σε αυτόν τα ιδανικά του κομμουνισμού και κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Νομική Αθηνών υπήρξε στόχος λόγω της πολιτικής του δράσης. Από το 1934 υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ).

Η ενεργή συμμετοχή του στην πολιτική ζωή της Αμαλιάδας, ως γραμματέας της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ, προκάλεσε συγκρούσεις με τις αρχές, οδηγώντας σε συλλήψεις και εξορίες.

Μετά το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου 1936 και την επιβολή της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά, ξεκίνησε κύμα συστηματικής καταστολής κατά των κομμουνιστών. Ο Μπελογιάννης φυλακίστηκε, εξορίστηκε και βασανίστηκε. Κατά την εισβολή των ναζί στην Ελλάδα, βρισκόταν κρατούμενος στις φυλακές Ακροναυπλίου.

Παρά το αίτημά του να συμμετάσχει στον πόλεμο, η κυβέρνηση αρνήθηκε την απελευθέρωσή του. Κατάφερε να δραπετεύσει και εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ, αναλαμβάνοντας καθήκοντα καπετάνιου μεραρχίας στην Πελοπόννησο.

Μετά την απελευθέρωση της χώρας και την έναρξη του εμφυλίου πολέμου, ο Μπελογιάννης ανέλαβε τον ρόλο του Πολιτικού Επιτρόπου της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού, συμμετέχοντας ενεργά στις επιχειρήσεις έως την ήττα του ΔΣΕ το 1949. Μετά την ήττα, κατέφυγε προσωρινά σε γειτονικές σοσιαλιστικές χώρες.

Τον Ιούνιο του 1950 επέστρεψε στην Ελλάδα ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, με στόχο την ανασυγκρότηση και οργάνωση των μηχανισμών του κόμματος στην Αθήνα, το οποίο βάσει νόμου θεωρούνταν παράνομο και προδοτικό.

Τον Δεκέμβριο του 1950 συνελήφθη μαζί με 93 συντρόφους του και, μετά από εννέα μήνες βασανιστηρίων, οδηγήθηκε τον Οκτώβριο του 1951 ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου, αποτελούμενου από τους Ανδρέα Σταυρόπουλο (πρόεδρο), Γ. Παπαδόπουλο (μετέπειτα δικτάτορα), Ν. Κομιάνο, Γ. Κοράκη και Θ. Κυριακόπουλο. Το στρατοδικείο καταδίκασε τον Μπελογιάννη σε θάνατο, θέτοντας σε κίνδυνο τη μετεμφυλιακή ισορροπία της ελληνικής κοινωνίας.

Κατά την απολογία του, ο Μπελογιάννης δήλωσε:

«Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι’ αυτό δε ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα ‘ρθει η μέρα, που οι ίδιοι δικαστές που τώρα με δικάζουν, θα ζητήσουν χάρη απ’ τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω».

Η διεθνής κατακραυγή οδήγησε τον τότε πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα να ανακοινώσει την άρση της ποινής. Ωστόσο, αποφασίστηκε η επανέναρξη της διαδικασίας με νέα κατηγορία κατασκοπείας, η οποία ενισχύθηκε μετά την ανακοίνωση των αρχών στις 14 Νοεμβρίου 1951 για την ανεύρεση παράνομων ασυρμάτων σε χώρους κομμουνιστών σε Καλλιθέα και Γλυφάδα.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1952 ξεκίνησε το δεύτερο μέρος της δίκης, το οποίο προσέλκυσε διεθνές ενδιαφέρον.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, ο Μπελογιάννης αντικρούει όλες τις κατηγορίες και δηλώνει:

«Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από εκείνους που μας κατηγορούν. Το αποδείξαμε τότε που η λευτεριά, η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Παλεύουμε για να ξημερώσουν και για την πατρίδα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Κι αν χρειαστεί θυσιάζουμε γι’ αυτό και τη ζωή μας».

Την 1η Μαρτίου 1952, ο Μπελογιάννης πληροφορήθηκε ότι καταδικάζεται σε θάνατο μαζί με επτά συντρόφους του: Δημήτρη Μπάτση, Ηλία Αργυριάδη, Νίκο Καλούμενο, Τάκη Λαζαρίδη, Χαρίλαο Τουλιάτο, Μιλτιάδη Μπισμπιάνο και Έλλη Ιωαννίδου.

Λίγες ημέρες αργότερα ήρθε στη δημοσιότητα γράμμα του ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ, Νίκου Πλουμπίδη, με το οποίο ανέλαβε την ευθύνη για την οργάνωση του ΚΚΕ στην Ελλάδα και δεσμευόταν να παραδοθεί στις αρχές, με αντάλλαγμα τη σωτηρία του Μπελογιάννη. Η γνησιότητα του γράμματος αμφισβητήθηκε από το ΚΚΕ, αλλά όχι από το Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο αρνήθηκε κάθε διαπραγμάτευση.

Όλες οι προσπάθειες, τόσο εντός όσο και εκτός Ελλάδας, για τη χορήγηση χάριτος απέβησαν άκαρπες. Στις 30 Μαρτίου 1952, ο βασιλικός επίτροπος συνταγματάρχης Αθανασούλας ανακοίνωσε την απόρριψη της αίτησης χάριτος στους Μπελογιάννη, Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση. Στις 4:12 π.μ., οι τέσσερις καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν δια τυφεκισμού στο Γουδή.

Ο Νίκος Μπελογιάννης ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που, μέσα στην πιο σκληρή ήττα, κατάφεραν να νικήσουν τον χρόνο.

Και κάθε χρόνο, τέτοια μέρα, η ιστορία σκύβει λίγο πιο χαμηλά. Σαν να χαιρετά. Σαν να ψιθυρίζει, όπως ο Γιάννης Ρίτσος:

«Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο κι η πίστη μας./ Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας,/

ως την πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη. Καλημέρα αδέρφια μου./

Καλημέρα ήλιε /

Καλημέρα κόσμε./

Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά/

πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.»

qjhgv.jpg

Πηγή: koutipandoras.gr

Pin It