Η άνοιξη αφήνει για ακόμη μία χρονιά πίσω της μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα στην ελληνική ύπαιθρο. Γεωργικές εκτάσεις, αλλά και παρυφές δρόμων μέσα σε οικισμούς, δίπλα σε κατοικίες, βιολογικές καλλιέργειες, σχολεία, στρατόπεδα και άλλους κοινόχρηστους χώρους έχουν ψεκαστεί εκτεταμένα με τοξικά χημικά ζιζανιοκτόνα.
Οι τοξικές αυτές ουσίες χρησιμοποιούνται ουσιαστικά για την εξόντωση της φυσικής βλάστησης και των άγριων χόρτων, τα οποία βαφτίστηκαν «ζιζάνια», αντί της χρήσης μηχανικών μέσων διαχείρισης, όπως σκαπτικά ή χορτοκοπτικά εργαλεία.
Τα σκευάσματα που χρησιμοποιούνται συνήθως περιέχουν τοξικές χημικές ουσίες οι οποίες έχουν ήδη απαγορευτεί ή περιοριστεί σημαντικά σε άλλες χώρες, λόγω της υψηλής επικινδυνότητάς τους για τη δημόσια υγεία, τη βιοποικιλότητα και το περιβάλλον γενικότερα - με ιδιαίτερα σοβαρές επιπτώσεις στον υδροφόρο ορίζοντα.
Τα πιο διαδεδομένα στην Ελλάδα είναι τα επικίνδυνα σκευάσματα που περιέχουν τη δραστική ουσία γλυφοσάτη - με πιο γνωστό το Roundup - τα οποία επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από τους άμεσους αλλά και μακροχρόνιους κινδύνους για τη δημόσια υγεία, το περιβάλλον και τη βιωσιμότητα της γεωργίας. Σύμφωνα, μάλιστα, με πρόσφατη επιστημονική μελέτη του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, διαπιστώθηκε ότι η έκθεση στη γλυφοσάτη συνδέεται με αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρκίνου έως και 41%.
Πρόκειται για μία από τις πολλές επιστημονικές μελέτες που εξετάζουν τις επιπτώσεις των επικίνδυνων φυτοφαρμάκων ευρείας χρήσης στην ανθρώπινη υγεία, αναδεικνύοντας μια ιδιαίτερα ανησυχητική πραγματικότητα: ολοένα και περισσότεροι νέοι άνθρωποι, ακόμη και ηλικίας 20, 30 ή 40 ετών, καταφεύγουν σε ογκολογικές και συναφείς κλινικές.
Ενδεικτικά, πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου Κρήτης καταγράφει αύξηση κατά 45% των περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου σε άτομα κάτω των 45 ετών - μορφές καρκίνου που συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση επικίνδυνων τροφίμων και τη συνολική επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Η Κρήτη αποτελεί τη μοναδική περιοχή της Ελλάδας όπου πραγματοποιείται συστηματική καταγραφή καρκινικών νοσημάτων, ενώ εκτιμάται ότι τα ποσοστά είναι αντίστοιχα και στην υπόλοιπη χώρα.
Αξιοσημείωτο είναι ότι μόνο στις ΗΠΑ έχουν ήδη εκδικαστεί περίπου 100.000 αγωγές, στις οποίες εξετάζεται η σύνδεση της έκθεσης στο Roundup με την εμφάνιση καρκίνου. Η πολυεθνική Bayer/Monsanto έχει ήδη καταβάλει περίπου 11 δισεκατομμύρια δολάρια σε αποζημιώσεις και εξωδικαστικούς διακανονισμούς, ενώ δεκάδες χιλιάδες ακόμη υποθέσεις διεθνώς παραμένουν σε εκκρεμότητα και αναμένεται να εκδικαστούν. Όμως η κερδοφορία του συγκεκριμένου προϊόντος είναι τόσο υψηλή, ώστε η εταιρεία προτιμά να καταβάλλει ακόμη και πρόστιμα δισεκατομμυρίων, αντί να αποσύρει οριστικά τα επικίνδυνα σκευάσματα από την αγορά.
Το ερώτημα, ωστόσο, επιστρέφει τελικά σε εμάς - στους πολίτες αλλά και στην ίδια την Πολιτεία: ποια είναι τελικά η αξία της ανθρώπινης ζωής και της δημόσιας υγείας;
Σε διεθνές νομοθετικό επίπεδο, η χρήση της γλυφοσάτης - της δραστικής ουσίας που περιέχεται σε προϊόντα όπως το Roundup - περιορίζεται ολοένα και περισσότερο. Ορισμένες χώρες, όπως η Αυστρία και το Βιετνάμ, έχουν ήδη προχωρήσει σε πλήρη απαγόρευση της χρήσης της, ενώ άλλες, όπως το Μεξικό, κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Παράλληλα, αυστηροί περιορισμοί εφαρμόζονται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, η Ιταλία, η Ολλανδία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο.
Αντίθετα, το ισχύον νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα αφήνει τους πολίτες ουσιαστικά απροστάτευτους, επιτρέποντας την εκτεταμένη και, στην πράξη, ανεξέλεγκτη χρήση της γλυφοσάτης προς όφελος της βιομηχανίας φυτοφαρμάκων. Εκτιμάται ότι περίπου 1.500 τόνοι γλυφοσάτης διασκορπίζονται κάθε χρόνο σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις που παράγουν τρόφιμα για κατανάλωση στην Ελλάδα. Τα υπολείμματα αυτών των τοξικών ουσιών καταλήγουν αναπόφευκτα στον υδροφόρο ορίζοντα, στα ποτάμια και στα φυσικά οικοσυστήματα, παρότι ακόμη και η ίδια η συσκευασία των προϊόντων προειδοποιεί ρητά, μέσω δήλωσης επικινδυνότητας, ότι οι ουσίες αυτές είναι: «Τοξικές για τους υδρόβιους οργανισμούς, με μακροχρόνιες επιπτώσεις.» Με άλλα λόγια, πρόκειται για χημικές ουσίες που δεν διασπώνται εύκολα και συσσωρεύονται στα οικοσυστήματα και στην τροφική αλυσίδα.
Μέρος του προβλήματος αποτελεί και ο ρόλος της πλειονότητας των γεωπόνων. Παρότι έχουν εκπαιδευτεί δωρεάν στα δημόσια πανεπιστήμια και γνωρίζουν τις σοβαρές και επιστημονικά τεκμηριωμένες επιπτώσεις της γλυφοσάτης και άλλων τοξικών φυτοφαρμάκων στη δημόσια υγεία, στη βιοποικιλότητα και στο περιβάλλον γενικότερα, αντί να διασφαλίζουν τα συμφέροντα των συμπολιτών τους και να προωθούν πρακτικές βιώσιμης γεωργίας, επιλέγουν να λειτουργούν ως διακινητές αυτών των επικίνδυνων ουσιών. Έτσι, συμβάλλουν ενεργά στη καταστροφή της γεωργικής γης και στην έκθεση ανθρώπων και ζώων σε τοξικές ουσίες με σοβαρές και μακροχρόνιες συνέπειες, με γνώμονα το προσωπικό τους κέρδος.
Παράλληλα, μεγάλο μέρος των γεωργών αδιαφορεί συνείδητα για την επικινδυνότητα αυτών των ουσιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε μεγάλες καλλιέργειες οι παραγωγοί συχνά προστατεύουν τους εαυτούς τους και δεν πραγματοποιούν προσωπικά τους ψεκασμούς, αναθέτοντας αυτή την επικίνδυνη εργασία σε αλλοδαπούς εργάτες που προσλαμβάνονται με σύντομες συμβάσεις, δυσχεραίνοντας την καταγραφή ασθενειών που σχετίζονται με την έκθεση στις τοξικές αυτές ουσίες.
Ετσι δεν εκτίθενται οι ίδιοι σε κίνδυνο, καθώς γνωρίζουν πόσοι από τους γεωργούς της προηγούμενης γενιάς απεβίωσαν από παθήσεις που σχετίζονται σε έκθεση σε φυτοφάρμακα, ιδίως στις περιοχές εντατικής γεωργίας. Τελικός αποδέκτης όμως των επικίνδυνων προϊόντων είναι οι ανυποψίαστοι καταναλωτές, οι οποίοι αναπόφευκτα θα νοσήσουν, αλλά δεν θα μάθουν ποτέ την πραγματική αιτία.
Ζούμε σε μια χώρα όπου το ίδιο το κράτος εξακολουθεί να επιτρέπει τη χρήση αναγνωρισμένων επικίνδυνων χημικών ουσιών, με τη φαιδρή δικαιολογία της διασφάλισης της διατροφικής επάρκειας, την ώρα που η εγχώρια παραγωγή και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις μειώνονται δραματικά. Στις περισσότερες από τις πλέον παραγωγικές περιοχές της χώρας, από όπου προέρχονται τρόφιμα που καταλήγουν καθημερινά στα πιάτα μας, συσσωρεύονται τοξικά υπολείμματα φυτοφαρμάκων στο έδαφος, στο νερό και στην τροφική αλυσίδα.
Την ίδια στιγμή, αυξάνονται συνεχώς και αδικαιολόγητα οι εισαγωγές οπωροκηπευτικών, ακόμη και από χώρες της βόρειας Ευρώπης, όπου σε αρκετές περιπτώσεις τα καλλιεργήσιμα εδάφη έχουν χαρακτηριστεί επιβαρυμένα ή ακατάλληλα λόγω εκτεταμένης χημικής ρύπανσης.
Το αποτέλεσμα είναι τελικά το ακριβώς αντίθετο από αυτό που υποτίθεται ότι επιδιώκεται: η γεωργική γη υποβαθμίζεται σταδιακά και χάνει τη φυσική της παραγωγικότητα, καθώς η συνεχής χρήση τοξικών χημικών ουσιών δηλητηριάζει το έδαφος, καταστρέφει τη μικροβιακή ζωή και διαταράσσει τη φυσική ισορροπία των οικοσυστημάτων από τα οποία εξαρτάται η ίδια η αγροτική παραγωγή.
Ως πολίτες αυτής της χώρας πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε σε μεγάλο βαθμό εκτεθειμένοι. Για το κράτος και την πολιτεία, η προτεραιότητα φαίνεται να παραμένει η παραγωγή κέρδους, το οποίο σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέεται ακόμη και με την ασθένεια, ιδίως με τον τρόπο με τον οποίο προωθείται η ιδιωτική περίθαλψη.
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, η αδιαφορία και η επίκληση της άγνοιας δεν αποτελούν πλέον επιλογή· συνιστούν σε συνενοχή, με δραματικές συνέπειες για όλους μας και, κυρίως, για τις επόμενες γενιές. Δεν πρόκειται για μια ακόμη αφηρημένη περιβαλλοντική συζήτηση, αλλά για μια άμεση και καθημερινή απειλή, που διεισδύει και δρα αθροιστικά στο νερό που πίνουμε, στην τροφή που καταναλώνουμε και στον αέρα που αναπνέουμε.
Χρειάζονται άμεσα ουσιαστικά μέτρα: αυστηρός έλεγχος, περιορισμός και σταδιακή κατάργηση των επικίνδυνων ουσιών, στήριξη βιώσιμων πρακτικών καλλιέργειας και πραγματική προστασία της δημόσιας υγείας.
Όταν οι συνέπειες αυτών των πρακτικών αποτυπωθούν στα στατιστικά δεδομένα, θα είναι ήδη πολύ αργά. Τότε θα πρόκειται απλώς για ακόμη μία περίπτωση συλλογικής αυτοκαταστροφής που προκαλούν οι γενιές μας με την ανοχή και τη συμμετοχή τόσο της Πολιτείας όσο και των πολιτών.
Για το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας “Αρχιπέλαγος”
Θοδωρής Τσιμπίδης


