Η έκδοση του νέου Κανονισμού Ρυμούλκησης του Οργανισμού Λιμένος Πειραιά αποτελεί ένα ουσιαστικό βήμα εκσυγχρονισμού, προσαρμοσμένο στις σύγχρονες ανάγκες του μεγαλύτερου λιμένα της χώρας και εναρμονισμένο με τις βέλτιστες πρακτικές που εφαρμόζονται σε μεγάλα Ευρωπαϊκά, καθώς και σε γειτονικά λιμάνια της χώρας.
Ο νέος Κανονισμός αποτυπώνει μια ισορροπημένη προσέγγιση και συνδυάζει την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας, την επιχειρησιακή επάρκεια, τη διαφάνεια και τη διατήρηση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού προς όφελος της λιμενικής λειτουργίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η διαδικασία κατάρτισης και παρουσίασης του νέου Κανονισμού πραγματοποιήθηκε με θεσμική διαφάνεια και ανοιχτό διάλογο ενώπιον όλων των εμπλεκόμενων φορέων της ναυτιλιακής κοινότητος. Η επιλογή αυτή διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις πρακτικές αδιαφάνειας ή περιορισμένης διαβούλευσης άλλων Οργανισμών, που στο παρελθόν δημιούργησαν εύλογους προβληματισμούς στην αγορά.
Η εμπειρία έχει αποδείξει ότι οι Κανονιστικές παρεμβάσεις που σχεδιάζονται χωρίς επαρκή τεχνική τεκμηρίωση, χωρίς επαρκή μεταβατικό χρόνο προσαρμογής και χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων, οδηγούν συχνά σε στρεβλώσεις της αγοράς, αβεβαιότητα και αύξηση του λειτουργικού κόστους για το σύνολο της λιμενικής και ναυτιλιακής δραστηριότητας.
Στο πλαίσιο αυτό προκαλεί εύλογα ερωτήματα η επιμονή συμφερόντων, που επιθυμούν να χειραγωγήσουν τον κλάδο, σε ακραίες και δυσανάλογες απαιτήσεις που δε συναντιούνται σε αντίστοιχους διεθνείς Κανονισμούς. Ενδεικτικά προτείνονται όρια ηλικίας απόσυρσης ρυμουλκών, που δεν εφαρμόζονται σε καμιά άλλη κατηγορία πλοίων, ανεξαρτήτως πραγματικής κατάστασης, συντήρησης, πιστοποιήσεων και επιχειρησιακής ικανότητος. Η ασφάλεια δεν μπορεί να κρίνεται αποκλειστικά από την ηλικία του πλοίου, αλλά από τη συμμόρφωσή του με τους εθνικούς και διεθνείς κανόνες και τις πιστοποιήσεις ασφαλείας.
Αντίστοιχα υπερβολικές εμφανίζονται και ορισμένες απαιτήσεις πυρόσβεσης, σύμφωνα με τις οποίες τα ρυμουλκά θα πρέπει να διαθέτουν δυνατότητα προβολής νερού μέχρι τα ανώτατα καταστρώματα των κρουαζιερόπλοιων, ακόμη και σε ύψη όπου βρίσκονται χώροι αναψυχής και πισίνες. Οι απαιτήσεις αυτές αγνοούν το γεγονός ότι τα σύγχρονα κρουαζιερόπλοια διαθέτουν ήδη πιστοποιημένα και εξαιρετικά εξελιγμένα ίδια μέσα πυρασφάλειας, τα οποία αποτελούν τα μέσα αντιμετώπισης περιστατικών τόσο κατά τον ελλιμενισμό, όσο και κατά τη διάρκεια του ταξιδίου.
Εύλογα λοιπόν γεννάται το ερώτημα, αν θεωρείται ότι ένα κρουαζιερόπλοιο δεν μπορεί να εξασφαλίσει επαρκή πυρασφάλεια, χωρίς την παρουσία ρυμουλκών με τέτοιες δυνατότητες, πως θεωρείται ασφαλές κατά την παραμονή του στο λιμάνι, ή κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του. Η ασφάλεια αποτελεί αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα για όλους. Ωστόσο η ασφάλεια απαιτεί τεχνικό ρεαλισμό, διεθνή συμβατότητα και αναλογικότητα των μέτρων.
O ΟΛΠ αποδεικνύει ότι ο εκσυγχρονισμός δεν πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο περιορισμού του ανταγωνισμού ή δημιουργίας τεχνικών εμποδίων στην αγορά αλλά να εξελίσσεται με συνεννόηση, θεσμική σοβαρότητα και σεβασμό προς όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Αυτή είναι η κατεύθυνση που χρειάζεται η Ελληνική λιμενική πολιτική. Σύγχρονοι κανόνες διαφάνειας, ασφάλεια, ρεαλισμός και υγιής ανταγωνισμός προς όφελος της λιμενικής λειτουργίας και της ναυτιλίας γενικότερα.
ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΠΛΟΙΟΚΤΗΤΩΝ - ΕΦΟΠΛΙΣΤΩΝ ΡΥΜΟΥΛΚΩΝ & ΝΑΥΑΓΟΣΩΣΤΙΚΩΝ ΠΛΟΙΩΝ "ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ"


