Ένα παιδί σε κρίση, ένα κράτος σε απουσία, και μια τραγωδία που δεν ήταν ατύχημα αλλά προαναγγελθείσα αποτυχία.
Η υπόθεση της 16χρονης μαθήτριας που μαχαίρωσε τη συμμαθήτριά της δεν είναι απλώς ένα ακόμη σοκαριστικό περιστατικό σχολικής βίας. Είναι η συμπύκνωση μιας διαχρονικής αποτυχίας του ελληνικού κράτους να αναγνωρίσει έγκαιρα, να κατανοήσει και να αντιμετωπίσει την εφηβική παραβατικότητα και την ψυχική υγεία των νέων. Δεν επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, η ανήλικη είχε ήδη μαχαιρώσει πρώην συμμαθήτριά της στις 26 Ιουλίου στο Γκύζη, ενεπλάκη σε επεισόδιο ανηλίκων στις 6 Σεπτεμβρίου στον Άγιο Παντελεήμονα, ενώ στις 19 Οκτωβρίου εντοπίστηκε να φέρει μαχαίρι 18 εκατοστών.
Παρά τη σαφή κλιμάκωση της βίας δεν υπήρξε καμία ψυχιατρική ή ψυχοκοινωνική αξιολόγηση, καμία υποχρεωτική θεραπευτική παρέμβαση, κανένας ουσιαστικός συντονισμός με κοινωνικές υπηρεσίες.
Η «παρέμβαση» που επιλέχθηκε από το εκπαιδευτικό και θεσμικό πλαίσιο ήταν η αλλαγή σχολείου, όχι διερεύνηση οικογενειακού περιβάλλοντος, όχι αξιολόγηση ψυχικής υγείας, όχι υποχρεωτική θεραπευτική παρακολούθηση, όχι συντονισμός με κοινωνικές υπηρεσίες, καμία οργανωμένη στήριξη της οικογένειας. Απλώς μεταφορά του «κινδύνου».
Το αποτέλεσμα ήταν τραγικά προβλέψιμο: την πρώτη ημέρα στο νέο σχολείο, επιτέθηκε και τραυμάτισε μια συμμμαθητριά της με μαχαίρι.
Δεν πρόκειται για ατυχία, αλλά για συστημική αμέλεια. Η μεταγραφή ενός παιδιού με επαναλαμβανόμενη βίαιη συμπεριφορά δεν αποτελεί παιδαγωγικό μέτρο, αποτελεί περιφορά του προβλήματος για αποποίηση της ευθύνης.
Η απομάκρυνση ενός εφήβου με σοβαρά προβλήματα συμπεριφοράς από το σχολείο του, χωρίς ψυχοκοινωνική αξιολόγηση, θεραπευτική παρέμβαση και συστηματική παρακολούθηση, δεν είναι παιδαγωγικό μέτρο, είναι εγκατάλειψη. Το παιδί στιγματίζεται, οι ανάγκες του αγνοούνται και η κοινωνία εκτίθεται σε ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο.
Η παραβατική συμπεριφορά στους εφήβους δεν εμφανίζεται στο κενό. Συχνά αποτελεί κραυγή βοήθειας, αποτέλεσμα τραύματος, οικογενειακών δυσκολιών, ψυχικών διαταραχών ή παραμέλησης.
Η οικογένεια φαίνεται να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, ενώ η ίδια η μαθήτρια είχε μείνει από απουσίες ήδη από τον Οκτώβριο και είχε χάσει σχολική χρονιά.
Τα στοιχεία αυτά ενισχύουν την εικόνα ενός εφήβου σε βαθιά κρίση φωτίζουν ακόμη περισσότερο τις βαθύτερες ρίζες του προβλήματος. Πρόκειται για ενδείξεις έντονης απορρύθμισης, σχολικής αποσύνδεσης και πιθανής συναισθηματικής εγκατάλειψης, όχι απλώς για «κακή συμπεριφορά» και καθιστούν την κρατική αδράνεια ακόμη πιο βαριά.
Σχολική αποσύνδεση, οικογενειακή αστάθεια και επαναλαμβανόμενη βία συνθέτουν ένα προφίλ που απαιτεί άμεση και εξειδικευμένη παρέμβαση, όχι τιμωρητική διαχείριση.
Όταν ένα παιδί έχει ήδη χάσει τη σύνδεσή του με το σχολείο, έχει μείνει πίσω ακαδημαϊκά και ζει σε ένα ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, η απλή μετακίνησή του σε νέο σχολείο δεν είναι δεύτερη ευκαιρία, είναι συνταγή αποτυχίας. Το σχολείο δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αποθήκη προβλημάτων που μεταφέρονται από χώρο σε χώρο, ούτε οι εκπαιδευτικοί να σηκώνουν μόνοι τους βάρη που ανήκουν στην κοινωνική πολιτική και την ψυχική υγεία.
Στην Ελλάδα, όμως, απουσιάζουν οργανωμένες δομές για παραβατικούς εφήβους, οικογενειακή στήριξη σε κρίση, μονάδες ψυχικής υγείας με δυνατότητα άμεσης παρέμβασης και σαφή πρωτόκολλα συνεργασίας ανάμεσα σε σχολεία, κοινωνικές υπηρεσίες και δικαιοσύνη. Τα σχολεία αφήνονται μόνα τους, χωρίς επαρκείς ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς, να διαχειριστούν καταστάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τον παιδαγωγικό τους ρόλο. Έτσι, παιδιά που χρειάζονται βοήθεια αντιμετωπίζονται ως «πρόβλημα προς απομάκρυνση», μέχρι το πρόβλημα να επιστρέψει με βίαιο τρόπο.
Το συγκεκριμένο παιδί δεν προστατεύτηκε και μαζί του δεν προστατεύτηκαν ούτε τα θύματα. Η εφηβική παραβατικότητα δεν είναι απλώς ζήτημα πειθαρχίας, είναι ζήτημα ψυχικής υγείας, πρόληψης και κοινωνικής ευθύνης. Αντί να διαβαστούν τα επαναλαμβανόμενα περιστατικά ως σήματα συναγερμού, αντιμετωπίστηκαν αποσπασματικά, γραφειοκρατικά και τελικά επικίνδυνα. Όσο το σύστημα επιλέγει να «λύνει» τα προβλήματα με μετακινήσεις και σιωπή, τέτοιες τραγωδίες δεν θα αποτελούν εξαίρεση.
Όσο συνεχίζουμε να κρύβουμε το πρόβλημα κάτω από το χαλί, αλλάζοντας απλώς «σχολικό περιβάλλον», θα αλλάζουμε και θύματα και κάθε φορά θα μιλάμε για «ατυχές περιστατικό», ενώ στην πραγματικότητα θα πρόκειται για μια αποτυχία που είχε προαναγγελθεί.
Αυτό το περιστατικό δεν είναι απλώς μια τραγωδία σχολικής βίας. Είναι η απόδειξη ότι όταν η κοινωνία και η Πολιτεία αγνοούν τα προειδοποιητικά σημάδια, όταν εγκαταλείπουν τόσο τα ευάλωτα παιδιά όσο και τα πιθανά θύματα, τότε η βία δεν είναι απρόβλεπτη είναι αναμενόμενη. Και η ευθύνη δεν βαραίνει ένα παιδί 16 ετών, αλλά ένα σύστημα που δεν ήταν ποτέ εκεί όταν έπρεπε.


